«Δύο εκθέσεις, ένα συμπέρασμα», Τρία Μνημόνια και η Τρύπα στο Νερό – Συνεχίζουμε να πληρώνουμε ακριβά χαραμοφάιδες

Οικονομία

Εξακολουθούμε να πληρώνουμε 2,6 δις ευρώ το χρόνο για ζημιογόνες κρατικές επιχειρήσεις! (ΔΕΗ, ΛΑΡΚΟ, ΕΑΒ, ΕΛΤΑ, ΟΑΣΑ, ΟΑΣΘ, ΓΑΙΑΟΣΕ, αμυντικές βιομηχανίες, κ.ά.)

Στην έκθεση του ΔΝΤ σημειώνεται ότι την περίοδο 2012-2018 το κόστος συντήρησης ζημιογόνων κρατικών επιχειρήσεων (ΔΕΗ, ΛΑΡΚΟ, ΕΑΒ, ΕΛΤΑ, ΟΑΣΑ, ΟΑΣΘ, ΓΑΙΑΟΣΕ, αμυντικές βιομηχανίες, κ.ά.) «έφτασε το αστρονομικό ποσό των 18 δισ. ευρώ – δηλ. 2,6 δισ. ευρώ τον χρόνο, όσο το σύνολο των εσόδων από τον ΕΝΦΙΑ!

Συζητάμε εδώ και τρία χρόνια αν θα καταργηθεί ή όχι η προσωπική διαφορά στις παλαιές συντάξεις, με ετήσιο όφελος 2 δισ. στον προϋπολογισμό, ενώ συγχρόνως ξοδεύουμε 2,6 δισ. επιδοτώντας ζημιογόνες κρατικές επιχειρήσεις χωρίς να γίνει καμία συζήτηση, καμία ανάλυση κόστους-οφέλους» («Καθημερινή» 24.11.2019).

Πολύ σωστά ο Πάσχος Μανδραβέλης στο άρθρο του υπογραμμίζει αυτό που η κ. Μιράντα Ξαφά ανέδειξε από τις εκθέσεις του ΔΝΤ: το Στη φασαρία που έγινε για τον ογδοντάχρονο, παρ’ ολίγον διοικητή του νοσοκομείου Καρδίτσας, χάσαμε το καλύτερο. Είναι αυτό που δημοσίευσε την περασμένη Κυριακή στην «Καθημερινή» η κ. Μιράντα Ξαφά. Αφορά δύο πρόσφατες εκθέσεις διεθνών οργανισμών για την ελληνική οικονομία: την ετήσια έκθεση του ΔΝΤ και την τριμηνιαία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο της ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας.

Δεκαοκτώ δισ. ευρώ πέρασαν στα ψιλά της ειδησεογραφίας, ίσως επειδή αναβιώνει η, προ χρεοκοπίας, ευφορία στη χώρα. Θυμίζει τη στάση που είχαμε για την πορεία του χρέους κατά την επίχρυση δεκαετία του 2000.

Ελάχιστοι είχαν εντυπωσιαστεί από αυτό που έγραφε το 2008 στην «Καθημερινή» ο κ. Στέφανος Μάνος: «Το δημόσιο χρέος στις 31.12.2003 ήταν 168 δισ. ευρώ. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 31.12.2007, έφθασε τα 216 δισ. ευρώ. Σε τέσσερα χρόνια προστέθηκαν χρέη 48 δισ. ευρώ. Τι είναι 48 δισ. ευρώ; Το 2007 το κράτος εισέπραξε από άμεσους και έμμεσους φόρους 48 δισ. ευρώ.

Η αύξηση του δημοσίου χρέους τα τελευταία 4 χρόνια είναι ίση με το σύνολο των φορολογικών εσόδων του 2007». (26.4.2008). Δύο χρόνια αργότερα, το 2010, και αφού τα σωρευμένα δανεικά του κράτους είχαν φτάσει τα 300 δισ. ευρώ, όλοι άρχισαν να ελεεινολογούν «τις κυβερνήσεις που μας χρεοκόπησαν». Ολες τις κυβερνήσεις, όλους τους πολιτικούς και όλα τα ΜΜΕ «γιατί δεν μας τα είπατε».

Τώρα υπάρχει μία επιπλέον παράμετρος. Αυτή τη στιγμή έχει γίνει εθνικός στόχος «η μείωση των υπερβολικών πλεονασμάτων που κληροδότησε στη χώρα ο ΣΥΡΙΖΑ». Ολες οι πολιτικές δυνάμεις συναινούν στη διαπραγμάτευση για να μειωθούν από το 3,5% στο 2% του ΑΕΠ, «ώστε να έχει ελπίδες ανάπτυξης η χώρα». Πόσο είναι το 1,5% του ΑΕΠ που θέλουμε να εξοικονομήσουμε; Περί τα 2,7 δισ., όσο περίπου ξοδεύουμε για τη συντήρηση των ζημιογόνων κρατικών επιχειρήσεων. Με αυτά τα δεδομένα, το μόνο που έχουμε να ευχηθούμε στον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη είναι «καλή επιτυχία στη διαπραγμάτευση, αν και δεν τη βλέπουμε…».

Aκολουθεί το σχετικό απόσπασμα από το άρθρο της κ. Μιράντας Ξαφά στη Καθημερινή με τίτλο «Δύο εκθέσεις, ένα συμπέρασμα».

Στον δημοσιονομικό τομέα, οι δύο εκθέσεις συμφωνούν ότι η μείωση των συντελεστών φορολογίας φυσικών και νομικών προσώπων είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά επισημαίνουν ότι το μέτρο αυτό θα ήταν πιο αποτελεσματικό αν συγχρόνως διευρυνόταν η φορολογική βάση με μείωση του αφορολόγητου ορίου.

Το ΔΝΤ τονίζει ότι το αφορολόγητο όριο είναι το υψηλότερο στην Ε.Ε. σε σχέση με το μέσο εισόδημα, και ορθώς προβλεπόταν να μειωθεί περαιτέρω το 2020 – μέτρο που νομοθετήθηκε το 2017 στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου, αλλά ακυρώθηκε στη συνέχεια με τη σύμφωνη γνώμη όλων των κομμάτων. Από την πλευρά των δαπανών, η Ελλάδα ξοδεύει πολλά σε μισθούς και συντάξεις, και όχι αρκετά σε στοχευμένες κοινωνικές δαπάνες και δημόσιες επενδύσεις. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αύξηση των συντάξεων χηρείας και η μονιμοποίηση της «13ης σύνταξης» μειώνουν το ποσοστό των κοινωνικών δαπανών που προορίζεται για τους νέους, όπου το ρίσκο της φτώχειας είναι πολύ μεγαλύτερο.

Ολα τα παραπάνω είναι λίγο-πολύ γνωστά από προηγούμενες εκθέσεις των δύο Οργανισμών. Το νέο στοιχείο, που λίγοι πρόσεξαν, βρίσκεται στην έκθεση του ΔΝΤ: Το κόστος συντήρησης ζημιογόνων κρατικών επιχειρήσεων την περίοδο 2012-18 έφτασε το αστρονομικό ποσό των 18 δισ. ευρώ – δηλ. 2,6 δισ. ευρώ τον χρόνο, όσο το σύνολο των εσόδων από τον ΕΝΦΙΑ!

Συζητάμε εδώ και τρία χρόνια αν θα καταργηθεί ή όχι η προσωπική διαφορά στις παλαιές συντάξεις, με ετήσιο όφελος 2 δισ. στον προϋπολογισμό, ενώ συγχρόνως ξοδεύουμε 2,6 δισ. επιδοτώντας ζημιογόνες κρατικές επιχειρήσεις χωρίς να γίνει καμία συζήτηση, καμία ανάλυση κόστους-οφέλους.

Το «Εθνικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα» προβλέπει μηδενικές κρατικές επιδοτήσεις για το κόστος λειτουργίας των δημοσίων επιχειρήσεων – μία σημαντική μεταρρύθμιση, αν υλοποιηθεί. Προς το παρόν, ο προϋπολογισμός 2020 για τις ΔΕΚΟ προβλέπει αύξηση του αθροίσματος των επιδοτήσεων από τον τακτικό προϋπολογισμό και των καταπτώσεων εγγυήσεων στο 1,1 δισ. ευρώ από 0,7 δισ. το 2019. Η επίτευξη του στόχου μηδενικής επιβάρυνσης των φορολογουμένων προϋποθέτει εκ βάθρων αναδιάρθρωση των ζημιογόνων κρατικών επιχειρήσεων, που απαιτεί μείωση προσωπικού (ΔΕΗ, ΛΑΡΚΟ, ΕΑΒ, ΕΛΤΑ, ΟΑΣΑ, ΟΑΣΘ, ΓΑΙΑΟΣΕ, αμυντικές βιομηχανίες). Τα οφέλη που θα προκύψουν είναι πολλαπλά: μείωση λειτουργικού κόστους, δημιουργία δημοσιονομικού χώρου ώστε να μειωθεί περαιτέρω η φορολογία, αύξηση παραγωγικότητας, βελτίωση παρεχόμενων υπηρεσιών. Πεδίον δόξης λαμπρόν για μία μεταρρυθμιστική κυβέρνηση!

Πηγή: kourdistoportocali.com

Tagged