Πνευματικά δικαιώματα και χριστιανισμός: Το «θαύμα» της κινηματογραφικής ταινίας «Ben Hour» (Μπεν Χουρ)

Τέχνες
Μοιραστείτε το:

«Μπεν-Χουρ», το δώρο του… Ιησού στο Χόλυγουντ

Η διάσημη χριστιανική επική ταινία, που συνεχίζει να προβάλλεται κάθε Μεγάλη Εβδομάδα, έγινε αφορμή για μια δικαστική διαμάχη η οποία βοήθησε να αναγνωριστούν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον κινηματογράφο – βάζοντας έκτοτε στον σωστό δρόμο τη δημιουργικότητα συγγραφέων, παραγωγών και σκηνοθετών.

Το 1971, όταν το CBS μετέδωσε για πρώτη φορά στην τηλεόραση την επική ταινία «Μπεν Χουρ» (1959), περισσότεροι από 85 εκατ. άνθρωποι συντονίστηκαν για να δουν αυτό το χολιγουντιανό υπερθέαμα φιλίας, προδοσίας, εκδίκησης, λύτρωσης και, φυσικά, μιας συναρπαστικής αρματοδρομίας. Η υπερπαραγωγή, σε σκηνοθεσία Γουίλιαμ Γουάιλερ με πρωταγωνιστές τους Τσάρλτον Ιστον, Τζακ Χόκινς και Στίβεν Μπόιντ, παραμένει μια δημοφιλής πασχαλινή παράδοση για πολλούς τηλεθεατές σε όλο τον κόσμο.

Η απεικόνιση του Ιούδα Μπεν – Χουρ, γόνου πλούσιας οικογένειας της Ιερουσαλήμ, που κατηγορείται αδίκως  για προδοσία από τον παιδικό φίλο του Ρωμαίο στρατιωτικό Μεσάλα και γίνεται δούλος, με φόντο τη σταύρωση του Ιησού, συνεχίζει να προσελκύει αμέτρητους θεατές κάθε χρόνο. Ωστόσο, αυτό το «Μπεν Χουρ», που κέρδισε 11 βραβεία Οσκαρ (και ο αριθμός τους ποτέ δεν ξεπεράστηκε από άλλη ταινία), δεν ήταν η πρώτη ταινία για αυτή τη φανταστική ιστορία στους Αγίους Τόπους. Είχαν προηγηθεί άλλες δύο ταινίες «Μπεν Χουρ» του βωβού κινηματογράφου, το 1907 και το 1925.

Μάλιστα, η πρώτη προκάλεσε έναν μεγάλο δικαστικό αγώνα για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, που έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, αφήνοντας μια παρακαταθήκη, η οποία εξακολουθεί να επηρεάζει την κινηματογραφική βιομηχανία μέχρι σήμερα, γράφει ο Ντέιβ Κίντι στην Washington Post.

Η αφίσα της εκπληκτικής θεατρικής παραγωγής που παιζόταν επί 20 χρόνια (Wikimedia.commons)

Το μυθιστόρημα «Μπεν Χουρ: Μια ιστορία για τον Χριστό» (κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Αγκυρα), δημοσιεύτηκε το 1880 και ήταν έργο του αμερικανού στρατηγού Λιού Γουάλας, ο οποίος κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου έπαιξε σημαντικό ρόλο στις μάχες του Φορτ Ντόνελσον και του Σίλο, καθώς και στην υπεράσπιση της Ουάσιγκτον.

Είναι ένα από τα σπουδαιότερα και πιο επιτυχημένα ιστορικά χριστιανικά βιβλία όλων των εποχών, το οποίο ξεπέρασε σε πωλήσεις ακόμη και την «Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά» της Χάριετ Μπίτσερ Στόου (Εκδόσεις Μίνωας).

«Κύματα θρησκευτικής έκστασης ακολούθησαν τη δημοσίευση του μυθιστορήματος, το οποίο είναι το πιο επιδραστικό χριστιανικό βιβλίο που γράφτηκε τον 19ο αιώνα», έγραψε το 2009 η Εϊμι Λίφσον στο άρθρο της «Ben-Hur: The Book that Shook the World» (σσ: Προσέξτε την παύλα ανάμεσα στο Μπεν και το Χουρ).

Ο Γουάλας απέκρουσε πολλές παράνομες απόπειρες εκμετάλλευσης της τεράστιας επιτυχίας που είχε η ιστορία του. Ωστόσο, πολλοί κατάφεραν να ξεφύγουν την εποχή των πιο χαλαρών νόμων περί πνευματικών δικαιωμάτων, βγάζοντας μεταξύ άλλων αλεύρι, πούρα ακόμη και ποδήλατα «Ben-Hur».

Το μυθιστόρημα δημιούργησε, επίσης, ένα σημαντικό θέαμα επί σκηνής -με την άδεια του συγγραφέα- που περιλάμβανε ζωντανά άλογα να τρέχουν σε διαδρόμους στην κορυφαία αρματοδρομία. Υπολογίζεται ότι 10 εκατ. άνθρωποι παρακολούθησαν αυτή την εξτραβαγκάντζα του Μπρόντγουεϊ και της περιοδείας που ακολούθησε, με περίπου 6.000 παραστάσεις επί 20 χρόνια.

Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Γουάλας, το 1905, η κινηματογραφική βιομηχανία, που μόλις είχε εμφανιστεί, έβαλε στο στόχαστρο το «Μπεν-Χουρ». Το κινηματογραφικό στούντιο της Νέας Υόρκης Kalem Company ξεκίνησε -χωρίς άδεια- την παραγωγή μιας βωβής ταινίας με το ίδιο όνομα (χωρίς την παύλα), που βασιζόταν στο βιβλίο, συμπεριλαμβανομένης και της αρματοδρομίας.

Το στούντιο γύρισε αυτή τη σκηνή στο Sheepshead Bay Race Track χρησιμοποιώντας στρατιώτες εκτός υπηρεσίας της 3ης μοίρας του Μπρούκλιν, κοστούμια της Μητροπολιτικής Οπερας της Νέας Υόρκης και άλογα από τη μονάδα πυροβολικού της Εθνικής Φρουράς της Νέας Υόρκης.

Στην βωβή εκδοχή του 1925 τον Μπεν Χουρ υποδύθηκε ο Ραμόν Νοβάρο (MGM) Η βωβή ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους τον Δεκέμβριο του 1907 αλλά στις αρχές του 1908, μετά από περίπου 500 προβολές, σταμάτησε λόγω καταγγελιών για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων. Ο Χένρι Λέιν Γουάλας, γιος του στρατηγού, μαζί με τον εκδότη του βιβλίου, Harper & Brothers, και τους θεατρικούς παραγωγούς Μαρκ Κλόου και Εϊμπραχαμ Λίνκολν Ερλανγκερ, ένωσαν τις δυνάμεις τους και πήγαν την Kalem στο δικαστήριο.

Οι βωβές ταινίες ήταν το Διαδίκτυο της εποχής: η βιομηχανία ήταν τόσο νέα, που πολλοί κανονισμοί για άλλα μέσα δεν ίσχυαν για την παραγωγή ταινιών. Εκείνη την εποχή, τον έλεγχο του βιβλίου του εκλιπόντος συγγραφέα είχε ο εκδότης του.

Σύμφωνα με το Federal Reporter του 1909, οι θεατρικοί παραγωγοί «δημιούργησαν τη δραματοποίηση της ιστορίας, ο Harper & Brothers κατοχύρωσε τα πνευματικά δικαιώματα της δραματοποίησης και στη συνέχεια παραχώρησε στους Κλόου και Ερλανγκερ, το αποκλειστικό δικαίωμα της παραγωγής στη σκηνή».

«Η  Kalem απέτυχε να αποκτήσει τα κινηματογραφικά δικαιώματα  για το “Μπεν Χουρ”», έγραψε για την υπόθεση ο ιστορικός του πρώιμου κινηματογράφου Τέρι Ράμσεϊ στο κλασικό βιβλίο του «A Million and One Nights: A History of the Motion Picture» (1925), «σε μεγάλο βαθμό για τον μάλλον απλό λόγο ότι τα δικαιώματα κινηματογραφικών ταινιών ήταν άγνωστα».

Οι Τσάρλτον Ιστον – Μπεν Χουρ και Στίβεν Μπόιντ – Μεσάλας διασκεδάζουν στο τεράστιο πλατό που στήθηκε στο στούντιο της Τσινετσιτά στη Ρώμη για τα γυρίσματα της ταινίας-υπερπαραγωγή (warnerbros.com)

Το κινηματογραφικό στούντιο ισχυρίστηκε ότι ο σεναριογράφος δεν γνώριζε τα πνευματικά δικαιώματα, τα οποία φαίνεται ότι είχαν παραχωρηθεί το 1899, λίγο πριν από τη δημιουργία του θεατρικού έργου. Επιπλέον, οι δικηγόροι της Kalem υποστήριξαν ότι οι σκηνές σε αυτές τις κινούμενες «φωτογραφίες» ήταν μια μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης και απαλλάσσονταν από την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων.

Ενας ομοσπονδιακός δικαστής διαφώνησε με τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης Kalem και έκρινε ότι είχε πράγματι παραβιάσει το νόμο δείχνοντας «κινούμενες εικόνες» ιδεών, που ελήφθησαν από ένα βιβλίο και ένα θεατρικό έργο τα οποία προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα.

Το κινηματογραφικό στούντιο άσκησε αμέσως έφεση κατά της απόφασης, υποστηρίζοντας ότι η ταινία ήταν μια έκθεση φωτογραφιών, η οποία δεν αναφέρεται ρητά στην ισχύουσα νομοθεσία περί πνευματικών δικαιωμάτων, και ισχυρίστηκε ότι μόνο το Κογκρέσο είχε το δικαίωμα να ρυθμίσει εάν οι παραγωγοί ταινιών χρειάζονταν άδεια για να απεικονίσουν σκηνές από ένα προστατευμένο μυθιστόρημα. Αλλά το δικαστήριο δεν επείσθη και η έφεση απορρίφθηκε.

Τότε η Kalem αποτάθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εν τω μεταξύ είχε ενώσει τις δυνάμεις της με την Motion Picture Patents Co. (MPPC) -μια ομάδα κινηματογραφικών παραγωγών, που προσπαθούσαν να προστατεύσουν τη βιομηχανία τους-, η οποία χρηματοδότησε τη νέα νομική πρόκληση.

Ωστόσο και πάλι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ομόφωνα στις 13 Νοεμβρίου 1911, ότι η Kalem είχε δημιουργήσει «μια παράνομη δραματοποίηση του μυθιστορήματος» και ότι, όταν μια ιστορία που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα παρουσιάζεται με κινούμενες εικόνες, αυτές «χρησιμοποιούνται για να παραβιάζουν ένα δικαίωμα το οποίο είναι κατοχυρωμένο». Και απέρριψε όλα τα επιχειρήματα του στούντιο.

Η MPPC πλήρωσε πρόστιμο 25.000 δολαρίων, γεγονός που έκανε το «Μπεν Χουρ» την πιο ακριβή ταινία που έγινε ποτέ εκείνη την εποχή. Επιπλέον, το δικαστήριο αποφάσισε να καταστραφεί η ταινία. Ευτυχώς, ένα αντίγραφο ανακαλύφθηκε αργότερα και δωρήθηκε στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου.

Το έπος του «Μπεν Χουρ» θα εμφανιστεί ξανά στις κινηματογραφικές οθόνες με άλλη επεξεργασία, βωβή επίσης, το 1925. Υπήρξε τεράστια επιτυχία, καθώς έγινε η ταινία με τις υψηλότερες εισπράξεις της χρονιάς της MGM. Επανακυκλοφόρησε το 1931 με μουσικό soundtrack και ηχητικά εφέ. Η οικογένεια Γουάλας είχε πουλήσει τα δικαιώματα της ταινίας στον Ερλανγκερ έναντι 600.000 δολαρίων (περίπου 17 εκατ. δολάρια σημερινά), ο οποίος το 1922 τα παραχώρησε στον Σάμιουελ Γκόλντγουιν έναντι ενός εκατομμυρίου δολαρίων συν τα μισά κέρδη, καθιστώντας αυτή την έκδοση της ταινίας την πιο δαπανηρή που έγινε ποτέ στην εποχή του βωβού.

Η MGM διατήρησε τα δικαιώματα και για την παραγωγή του 1959 με πρωταγωνιστή τον Τσάρλτον Ιστον, που κόστισε 15 εκατ. δολάρια, κάνοντας το «Μπεν Χουρ» για άλλη μια φορά την πιο ακριβή ταινία της εποχής του, ενώ παραμένει μία από τις ταινίες με τις υψηλότερες εισπράξεις όλων των εποχών, με παγκόσμια έσοδα από τα εισιτήρια περίπου 100 εκατ. δολαρίων τότε, αν τα προσαρμόσουμε στον πληθωρισμό εβδομήντα χρόνια αργότερα, γράφει ο Ντέιβ Κίντι στην Washington Post.

Το «Μπεν Χουρ» γυρίστηκε άλλες δύο φορές: σε μίνι σειρά το 2010, η οποία έτυχε θετικής υποδοχής, και σε μια άλλη ταινία το 2016, η οποία επικρίθηκε από κριτικούς, με την ερώτηση: «Γιατί να μπλέξει κανείς με κάτι κλασικό;» Οσο για τον αντίκτυπο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνεχίζει να είναι αισθητός στο Χόλιγουντ μέχρι σήμερα. 

Στο βιβλίο «The Ancient World in Silent Cinema», ο Τζον Σόλομον γράφει ότι, σε αντίθεση με τις ανησυχίες της Kalem και της MPPC, είχε ευεργετική επιρροή στη βιομηχανία του κινηματογράφου: «Η νόμιμη χρήση στοιχείων, που προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα άνθισε και οι ικανοί σεναριογράφοι θα ήταν πλέον σημαντικοί παράγοντες στη διαδικασία δημιουργίας ταινιών».

Πράγματι, για περισσότερο από έναν αιώνα, αυτή η απόφαση αναφέρεται σε πολυάριθμες δικαστικές υποθέσεις, οι οποίες αφορούν τα πάντα, από ρολόγια Μίκι Μάους έως μουσική ψηφιακής λήψης.

Πηγή: Protagon.gr

Μοιραστείτε το:
Tagged