Κ.Σημίτης: Ξέρει κάτι περισσότερο ή είναι μάντης κακών; Προβλέπει νέο άτυπο μνημόνιο για το 2019

Οικονομία
Μοιραστείτε το:
Κ.Σημίτης: Ξέρει κάτι περισσότερο ή είναι μάντης κακών; Προβλέπει νέο άτυπο μνημόνιο για το 2019

Σημίτης: Στην ΕΕ θεωρείται βέβαιο ότι η Ελλάδα μετά το 2018 θα προσφύγει γρήγορα στον δανεισμό από τον ESM. Αναπόφευκτη συνέπεια, όπως επισημαίνει ο κ. Σημίτης, θα είναι η επιβολή νέων όρων στην οικονομική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης και προβλέπει νέα προσφυγή της Ελλάδας στον δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM),  σε συνέντευξή του στο Βήμα της Κυριακής ο πρώην πρωθυπουργός,Κώστας Σημίτης.

Όπως σημειώνει, “στην ΕΕ θεωρείται βέβαιο ότι η Ελλάδα, μετά το 2018, θα προσφύγει γρήγορα στον δανεισμό από τον ESM.  Αναπόφευκτη συνέπεια, όπως επισημαίνει ο κ. Σημίτης, “θα είναι η επιβολή νέων όρων στην οικονομική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης”.

Ο πρώην πρωθυπουργός κρατά σαφείς αποστάσεις από τον ισχυρισμό της κυβέρνησης ότι η μεταμνημονιακή εποχή ξεκίνησε με τη χώρα απαλλαγμένη από τις δεσμεύσεις της προηγούμενης περιόδου. Όπως σημειώνει, «υπάρχουν σημαντικές δεσμεύσεις».

Ο κανονισμός της ΕΕ 472/2013 ορίζει: τα κράτη- μέλη παραμένουν υπό εποπτεία μετά το πρόγραμμα, εφόσον δεν έχει εξοφληθεί το 75% της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει ληφθεί. Με απλά λόγια, συνεχίζονται οι έλεγχοι και οι παρεμβάσεις.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η χώρα θα εξακολουθήσει να δανείζεται – γιατί τα πλεονάσματα τα οποία θα παράγει δεν θα αρκούν για να χρηματοδοτήσει την οικονομία και να εξοφλεί τις δόσεις αποπληρωμής προηγούμενων χρεών.  Κατά τον δανεισμό από τις αγορές, δεν θα ισχύει η αρχή (όπως υπονοείται από την κυβέρνηση) «θα μπορούμε να δανεισθούμε ό,τι  ποσό θέλουμε με όποιο επιτόκιο θέλουμε».

Το επιτόκιο δεν θα κυμαίνεται από 1% ως 2%, όπως συμβαίνει  στα δάνεια που παραχωρήθηκαν στο πλαίσιο των μνημονίων. Το επιτόκιο του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου έφθασε στο 4,35% έναντι 0,57% του γερμανικού στις 18 Δεκεμβρίου.  Θα είναι ανώτερο του 4% και σύμφωνα με τις εξελίξεις μπορεί να καταστεί απαγορευτικό για δανεισμό – 6% και περισσότερο».
Υποστηρίζει παράλληλα με νόημα πως το πλεόνασμα το οποίο επετεύχθη κατά την κυβέρνηση το 2018, είναι αμφιβόλου ύπαρξης, και αυτό γιατί η κυβέρνηση δεν κατέβαλε στο εσωτερικό όφειλες και υποχρεώσεις που είχε, αναγκαίες δαπάνες για δημόσιες δραστηριότητες (π.χ. στην Υγεία) και κεφάλαια για επενδύσεις που εκκρεμούν εδώ και χρόνια – π.χ. για την κατασκευή δρόμων.

Κληθείς να σχολιάσει τον ισχυρισμό της κυβέρνησης ότι βαθμιαία επανέρχονται η ομαλότητα, η εμπιστοσύνη, ο κ. Σημίτης μεταξύ άλλων σημειώνει ότι στην Ελλάδα το επίπεδο εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση και την επίδοση του πρωθυπουργού είναι το χαμηλότερο σε όλη την ΕΕ,  ενώ σε ό,τι αφορά το “κοινωνικό κεφάλαιο” η χώρα μας βρίσκεται αρκετά πίσω από το μέσο ευρωπαϊκό όριο.

Όπως αναφέρει “η συνεργασία της κοινωνίας με την κυβέρνηση  και η απαραίτητη εμπιστοσύνη (προϋποθέσεις για την ανάπτυξη) βρίσκεται στη χώρα μας και αυτές σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο.  Αυτό εξηγεί την ανέχεια σε πρωτοβουλίες, κοινές δράσεις, συνεργασίες και τον πληθωρισμό της αντιπαλότητας”.

Υπογραμμίζει δε, ότι οι συμφωνίες με την ΕΕ προβλέπουν υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και πως η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να πετύχει 3,5% του ΑΕΠ ετήσια έως το 2022, 22,5% μέχρι το 2029 και 2,9% μέχρι το 2059.

“Οι στόχοι που έχουν τεθεί δεν είναι ρεαλιστικοί”, σύμφωνα με τον Κ. Σημίτη, ο οποίος προσθέτει ότι “υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για μια τόσο μακρά περίοδο θα έχουν ως αποτέλεσμα  χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ανεπαρκείς για να αντιμετωπισθεί η εκρηκτική ανεργία.
Σκόπιμο είναι ο στόχος για το πλεόνασμα να περιορισθεί στο 1,5% μέχρι το 2029 και στο 1% μέχρι το 2059. Το υπόλοιπο πλεόνασμα μέχρι τους στόχους που έχουν καθοριστεί, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για επενδύσεις. Μοχλός θα είναι οι δημόσιες επενδύσεις. Δημιουργούν τις γενικότερες προϋποθέσεις για την αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων, που δεν πραγματοποιούνται λόγω έλλειψης ρευστότητας και αμφιβολιών για τις εξελίξεις”.

Κατά τον ίδιο, η ανάπτυξη έχει πρώτη προτεραιότητα και μέσω αυτής κυρίως θα πρέπει να επιτευχθεί η μείωση του χρέους. Κληθείς να απαντήσει εάν πιστεύει ότι ο Α. Τσίπρας έχει κάτι να προσφέρει στους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές και Δημοκράτες, αναφέρει ότι “έχει να προσφέρει τον αριθμό των ευρωβουλευτών του”, αν και όπως παρατηρεί, δεν έχει επί της ουσίας παρουσιάσει δείγματα μιας τέτοιας σοσιαλδημοκρατικής μεταστροφής”.

“Το γεγονός ότι η ηγεσία των ευρωσοσιαλιστών στέλνει φιλικά μηνύματα στον ΣΥΡΙΖΑ και το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να ενταχθεί σε μια μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικογένεια δεν είναι ενδείξεις μιας ανατροπής. Τα διαπιστευτήρια εξάλλου δεν είναι πειστικά.

Η πολιτική ταύτιση με τους ΑΝΕΛ, η ανοχή απέναντι στους διάφορους “Ρουβίκωνες”, η έντονη αντιπαλότητα που καλλιεργεί, δίνουν μια καθαρή εικόνα της ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ – που βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα της αναγκαίας δημοκρατικής και κοινωνικής πολιτικής ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος”, όπως τονίζει.

Για το ΚΙΝΑΛ και το εάν μπορεί να διεκδικήσει ρυθμιστικό ρόλο στις μετεκλογικές εξελίξεις και σε περίπτωση που χρειαστεί να στηρίξει τον σχηματισμό κυβέρνησης, αφού σημειώνει ότι είναι πολιτικό κίνημα αναγκαίο για την πολιτική ζωή στη σημερινή πολιτική συγκυρία, τονίζει ότι σε αυτό θα πρέπει να συμμετάσχουν όσοι συμμερίζονται την ανάγκη λύσεων, που θα προωθήσουν τον δημοκρατικό σοσιαλισμό και μάλιστα, “είναι γι΄αυτό επιβεβλημένο αμέσως μετά τις εκλογές, να λειτουργήσει σε όλα τα επίπεδα με εκλογή των οργάνων του, να επιδιώξει μια ευρύτερη συζήτηση με την κοινωνία για τα προβλήματα της χώρας, να επισημάνει τις δυνατές λύσεις, να οργανώσει ομάδες παρακολούθησης των θεμάτων και μελέτης της αντιμετώπισής τους. Οι συνεργασίες του πρέπει να καθορισθούν  με κριτήριο την ενίσχυση της δημοκρατίας και της κοινωνικής πολιτικής”.

Υπογραμμίζει ακόμη πως θα πρέπει να αποφευχθούν οι συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις και οι εναλλαγές κυβερνήσεων, αλλά και πως “το ΚΙΝΑΛ οφείλει να συμβάλει στην πολιτική σταθερότητα προωθώντας ταυτόχρονα το δικό του πρόγραμμα”.

Επιπλέον, τονίζει ότι η κυβέρνηση αυτές τις μέρες έχει επικεντρώσει την προσοχή της και πάλι στο θέμα της διαφθοράς και προσπαθεί να ξεπεράσει το πρόβλημα της χαμένης αξιοπιστίας της καταγγέλλοντας ιδίως το ΠαΣοΚ για διαπλοκή και διαφθορά, που αποτελούν κατ΄ αυτήν τη βασική αιτία που η Ελλάδα έφτασε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, ενώ αποσιωπά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Καραμανλή με την πολιτική των αυξανόμενων ελλειμμάτων ήταν εκείνη που ανέβασε το έλλειμμα και προκάλεσε την επέμβαση της ΕΕ.

Για το ΠΑΣΟΚ αναφέρει πως “πράγματι στελέχη μας εκμεταλλεύθηκαν κατά ανεπίτρεπτο τρόπο τις θέσεις τους”, πρόκειται για “επονείδιστη συμπεριφορά” κα τιμωρήθηκαν ή θα τιμωρηθούν, σύμφωνα με τον νόμο.

Η διαφθορά, όπως αναφέρει ο κ. Σημίτης, δεν είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των προηγούμενων κυβερνήσεων – ένα φαινόμενο που η σημερινή κυβέρνηση όπως ισχυρίζεται, για πρώτη φορά καταπολεμά αποφασιστικά – αλλά είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο.

Ο ίδιος αναφέρεται και στις  υποθέσεις σκανδάλων που αφορούν την περίοδο της δικής του πρωθυπουργίας. “Πολιτική ευθύνη”, όπως τονίζει, “θα υπήρχε αν είχαν γίνει γνωστές παρανομίες και δεν τους έδωσα καμία συνέχεια.

Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας μου δεν υπήρξε οποιαδήποτε πληροφόρηση ή στοιχείο για την ύπαρξη παράνομων δραστηριοτήτων(…) Ήμουν και είμαι αντίθετος με την άποψη ότι οι υπουργοί θα πρέπει να παρακολουθούνται από μυστικές υπηρεσίες, ώστε ο πρωθυπουργός να γνωρίζει τι συμβαίνει. Τέτοιες πρακτικές δεν συμβιβάζονται με το ήθος, το οποίο είναι επιβεβλημένο σε μια δημοκρατική διακυβέρνηση. Επί της πρωθυπουργίας μου επίσης, όταν είχα οποιαδήποτε ορθή πληροφόρηση για πρόσωπα του περιβάλλοντός μου ή υπουργούς (ότι δεν έχουν την επιβεβλημένη συμπεριφορά), τους απομάκρυνα αμέσως από τη θέσης τους”.

Περαιτέρω, ο κ. Σημίτης αναλύει το ταραχώδες κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό στην Ευρώπη και υποστηρίζει την ανάγκη διαμόρφωσης μια κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής που να ταιριάζει στις σύγχρονες συνθήκες υπέρβασης των συνόρων και να ανταποκρίνεται  ταυτόχρονα στις ανάγκες και στις ιδιαιτερότητες των πληθυσμών της Ένωσης – όχι την επανάκτηση από κάθε χώρα της χαμένης αυτονομίας της.

Μάλιστα, επισημαίνει πως έχουν γίνει πολλές προτάσεις, αναφέροντας  μία από αυτές: την ύπαρξη ενός προϋπολογισμού της ζώνης του ευρώ για την παροχή δημόσιων αγαθών – όπως δημόσια έργα ή χρηματοδοτήσεις ερευνών – ή τη στήριξη των κρατών-μελών όταν προβαίνουν σε μεταρρυθμίσεις.

Υπενθυμίζει ότι στις 18/12/ 2018 αποφασίστηκε όμως  κατά τη Σύνοδο των πρωθυπουργών των κρατών-μελών η αποδοχή αυτής της αρχής, τα χρήματα του προϋπολογισμού να χρησιμοποιηθούν για να προχωρήσει η σύγκλιση των μελών και να προωθηθεί η ανταγωνιστικότητα.

Πηγή: bankingnews.gr

Μοιραστείτε το:
Tagged

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *