Η Ελλάδα ως δημοκρατία παραμένει κράτος δικαίου;

Απόψεις
Μοιραστείτε το:

του Νίκου Κ. Αλιβιζάτου

Τα σύννεφα της πόλωσης, της σκανδαλολογίας και του οικονοµικού µαρασµού εξακολουθούν να πλανώνται πάνω από τη χώρα, αλλά το κράτος δικαίου και οι ανεξάρτητοι θεσµοί έχουν επιδείξει αντοχές εκεί που µετράει.

(«Κλυδωνίζεται, αλλά δεν βυθίζεται». Μότο της πόλης του Παρισιού από το 1358)

Προ µηνών, η γαλλική Le Monde δημοσίευσε έρευνα για την εξάπλωση του εθνολαϊκισμού στη σημερινή Ευρώπη. Η έγκριτη εφημερίδα χώριζε τις χώρες της ηπείρου μας σε δύο ομάδες: σε αυτές, από τη μια, όπου η δημοκρατία και το κράτος δικαίου έχουν αντέξει στην πίεση των Λεπέν, Σαλβίνι, Όρμπαν και λοιπών, και σε εκείνες όπου οι λαϊκιστές κυβερνούν, είτε μόνοι είτε με τη συνδρομή διαφόρων καιροσκόπων (όπως συμβαίνει σήμερα στην Ιταλία). Στον πίνακα που συνόδευε τον σχετικό χάρτη η Ελλάδα φιγουράριζε –και μάλιστα εμφαντικά – στην πρώτη κατηγορία.

Ο πίνακας αυτός πέρασε σχεδόν απαρατήρητος στη χώρα μας. Και ο λόγος είναι απλός: οι μεν υποστηρικτές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ τον αγνόησαν, διότι προφανώς θεώρησαν ότι δεν αποτελεί τίτλο τιμής η χώρα μας, για όσους αυτοπροσδιορίζονται ως «αντισυστημικοί», να εμφανίζεται μαζί με τη Γερμανία της Μέρκελ, τη Μεγάλη Βρετανία της Μέι, αν όχι και τη Γαλλία του Μακρόν. Όσο για την αντιπολίτευση, ήταν φανερό ότι η προβολή του θα ερχόταν σε αντίθεση με ένα από τα πιο βασικά συνθήματα του αντικυβερνητικού λόγου της, ότι δηλαδή η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία οδηγεί τη χώρα στα χνάρια της Βενεζουέλας των Τσάβες και Μαδούρο.

Καθώς σε λίγες µέρες συμπληρώνεται μία τετραετία από την άνοδο των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ στην εξουσία, διαθέτουμε αρκετά δείγματα γραφής για να ξεδιαλύνουμε τα πράγματα και να εξηγήσουμε αυτό το παράδοξο: πώς δηλαδή εξηγείται η Ελλάδα των Τσίπρα και Καμμένου να είναι για μεν τους ξένους αξιέπαινη περίπτωση χώρας που αντιμετωπίζει επιτυχώς την οικονομική κρίση, χωρίς να θυσιάζει τις θεμελιώδεις αξίες του δημοκρατικού κράτους δικαίου, και για δε τους αντιπάλους της σημερινής κυβέρνησης στο εσωτερικό να αποτελεί πρότυπο αναξιοκρατίας, φαυλότητας και λαϊκισμού, όπου η διάκριση των εξουσιών παραβιάζεται και οι θεσμοί εργαλειοποιούνται.

Επιβάλλεται να ξεκαθαρίσουμε κάτι πολύ σημαντικό: στην πολιτική ανάλυση τα δύσκολα ερωτήματα δεν απαντιούνται με δίκες προθέσεων. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι, αν όχι ο ίδιος ο πρωθυπουργός, τουλάχιστον ο ανεκδιήγητος εταίρος του και πολλά, πάρα πολλά προβεβλημένα στελέχη τους δεν θα δίσταζαν να βάλουν στη φυλακή αντιπάλους τους με συνοπτικές διαδικασίες όχι αναγκαστικά για παράνομες πράξεις, αλλά για τις ιδέες τους.

Αυτό τουλάχιστον δείχνει το «δόγμα Πολάκη», η στοχοποίηση του Κώστα Σημίτη και μια σειρά από λιγότερο γνωστά παραδείγματα της καθημερινότητας. Από την άλλη, η ίδια κυβέρνηση που οδήγησε τη χώρα στο τραγελαφικό δημοψήφισμα του 2015, επέλεξε την κ. Σακελλαροπούλου ως πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, επεξέτεινε το σύμφωνο συμβιώσεως και στα ομόφυλα ζευγάρια και κατέτμησε τη Β΄ Αθηνών (κάτι που δεν είχε καταφέρει καμιά από τις προηγούμενες). Ας ξεχάσουμε λοιπόν για λίγο τα λόγια και ας σταθούμε στις πράξεις.

Οι ξένοι παρατηρητές έχουν δίκιο όταν κατατάσσουν την Ελλάδα στην ομάδα των χωρών που αντέχουν προς το παρόν την πίεση των εθνολαϊκιστών. Και τούτο για τους ακόλουθους προπάντων λόγους:

Πρώτον, διότι, παρά τις προσπάθειες που έχει καταβάλει ο διαχρονικός τοποτηρητής του υπουργείου Δικαιοσύνης, η δικαστική εξουσία δεν έχει ακόμη αλωθεί. Τουναντίον, με πρώτο το Συμβούλιο της Επικρατείας, έχει δώσει αρκετά δείγματα ανεξαρτησίας, σοβαρότητας και ευθυδικίας. Κάτι που δεν συνέβη ούτε στην Πολωνία, ούτε στην Ουγγαρία, ούτε στη Σλοβακία τα τελευταία χρόνια.

∆εύτερον, διότι η απόπειρα να χειραγωγηθούν, άμεσα ή έμμεσα, τα μέσα ενημέρωσης έπεσε στο κενό. Αναφέρομαι προπάντων στην πολύκροτη υπόθεση των ραδιοτηλεοπτικών αδειών (2016) και στην όχι λιγότερο επικίνδυνη επιχείρηση περιέλευσης του ΔΟΛ σε φίλα προσκείμενο επιχειρηματία (2017).

Τρίτον, διότι, παρά τις αντιφάσεις και τις αβελτηρίες της, σαν στη χώρα μας το 1936 και το 1967, η σημερινή κυβέρνηση δεν ακολούθησε την αντιμεταναστευτική ρητορική όλων των εθνολαϊκιστών της Ευρώπης. Μπορεί να απέτυχε παταγωδώς στη Μόρια και στους άλλους καταυλισμούς, δεν ενέδωσε όμως ποτέ στον ρατσισμό και στην ξενοφοβία.

Τέλος, διότι, παρά τις ενστάσεις των απίθανων ΑΝΕΛ και το βέβαιο κόστος που θα υποστεί σε ψήφους, η κυβέρνηση υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών και φαίνεται, προς το παρόν, αποφασισμένη να προχωρήσει στην κύρωσή της από τη Βουλή. Σε αυτό το πεδίο, άλλοι ενέδωσαν στον εθνολαϊκισμό.

∆ιαβάζοντας την απαρίθμηση αυτή, θα μπορούσε κάποιος να μου προσάψει ότι, στο πεδίο τουλάχιστον των θεσμών και της ιδεολογίας που αυτοί εκφράζουν, θεωρώ ότι ο απολογισμός είναι εν τέλει θετικός. Αν οι επικριτές μου είχαν κατά νου πολιτικούς του είδους αυτών που προα- νέφερα – ή ακόμη του τύπου του Ντόναλντ Τραμπ ή του Βλαντιμίρ Πούτιν –, θα απαντούσα κατ’ αρχήν «ναι». Θα πρόσθετα μάλιστα ότι χαίρομαι που η πατρίδα μου δεν υπέκυψε σε λαϊκιστές αυτής της υποστάθμης.

Αν τουναντίον οι επικριτές μου αναφέρονταν στην ευρωπαϊκή κανονικότητα του δημοκρατικού κράτους δικαίου, θα τους έλεγα: «Πάλι καλά». Σε αντίθεση με όσα συνέβησαν στη χώρα μας το 1936 και το 1967, οι θεσμοί άντεξαν – αν και δοκιμάστηκαν όσο ποτέ άλλοτε μετά το 1974.

Το µεγάλο στοίχημα είναι αν θα μπορέσουν να προσαρμοσθούν στις ανάγκες ενός κόσμου που σε λίγες δεκαετίες έχει αλλάξει όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Γι’ αυτό, όμως, θα χρειαζόταν ένας ελάχιστος βαθμός συναίνεσης, που απουσιάζει σήμερα από την Ελλάδα. Και που δεν είμαι διόλου αισιόδοξος ότι θα σχηματισθεί στα αμέσως επόμενα χρόνια.

*Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι οµότιµος καθηγητής Συνταγµατικού ∆ικαίου στο Πανεπιστήµιο Αθηνών.

Πηγή: kathimerini.gr

Μοιραστείτε το:
Tagged

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *