Κομισιόν: Χαμηλόμισθοι οι εκπαιδευτικοί με μικρό ωράριο και αριθμό μαθητών – Χωρίς εξουσία οι Διευθυντές

Β.Βάθμια

Οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση συγκαταλέγονται μεταξύ των χαμηλότερων στην ΕΕ, αλλά αφορούν σε μεγάλο βαθμό τη μισθοδοσία των εκπαιδευτικών αναφέρει η Κομισιόν στη νέα έκθεσή της για την εκπαίδευση και κατάρτιση στην Ελλάδα 2019

Ελκυστικό το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα, αλλά χωρίς κίνητρα διαπιστώνει στην νέα έκθεση για την εκπαίδευση και κατάρτιση στη χώρα μας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σύμφωνα με την έκθεση, μάλιστα, το 2018 περισσότερα από 120.000 άτομα υπέβαλαν αίτηση για 20.000 θέσεις αναπληρωτών εκπαιδευτικών, παρά το γεγονός ότι οι οι μισθοί και οι προσλήψεις πάγωσαν κατά την τελευταία δεκαετία λόγω των μνημονίων.

Την ίδια ώρα, αναφέρει ότι οι Έλληνες εκπαιδευτικοί «έχουν σχετικά περιορισμένο χρόνο διδασκαλίας και μικρές τάξεις» σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε, ενώ σύμφωνα με το νέο νόμο περιορίζεται το μέγεθος των τάξεων στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση σε 22.

Για την αξιολόγηση, η Κομισιόν υποστηρίζει ότι η καθιέρωση μιας αποτελεσματικής αξιολόγησης θα μπορεί να βελτιώσει «την ποιότητα, την ικανοποίηση από την εργασία και το αίσθημα αποτελεσματικότητας των εκπαιδευτικών», σημειώνοντας πως μέχρι σήμερα οι «διδακτικές ικανότητες των εκπαιδευτικών, λόγω της μη αξιολόγησης, δεν ανταμείβονται».

Σχετικά με την αυτονομία των σχολικών μονάδων σημειώνει ότι οι σχολικές μονάδες στην Ελλάδα έχουν ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα αυτονομίας στον ΟΟΣΑ, ενώ παρουσιάζει ως προβληματικό ότι για την επιλογή του σχολικού διευθυντή λαμβάνεται υπόψη η άποψη των εκπαιδευτικών, ενώ «οι διευθυντές δεν συμμετέχουν στην πρόσληψη εκπαιδευτικών» διότι η τοποθέτηση των εκπαιδευτικών πραγματοποιείται σε κεντρικό επίπεδο από το Υπουργείο.

Ειδικότερα:

Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού παραμένει ελκυστικό παρά τα πλήγματα που έχει δεχθεί κατά τα πρόσφατα έτη

Οι εκπαιδευτικοί στην Ελλάδα είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Παρότι οι μισθοί και οι προσλήψεις πάγωσαν κατά την τελευταία δεκαετία της χρηματοπιστωτικής κρίσης, ο αριθμός των υποψήφιων εκπαιδευτικών εξακολουθεί να υπερβαίνει κατά πολύ τη ζήτηση. Το 2018 περισσότερα από 120.000 άτομα υπέβαλαν αίτηση για 20.000 θέσεις αναπληρωτών εκπαιδευτικών. Η ανακοίνωση 15.000 προσλήψεων μόνιμων εκπαιδευτικών κατά τη διάρκεια των 3 επόμενων ετών αναμένεται να προσελκύσει παρόμοια υψηλό αριθμό αιτήσεων.

Το υψηλό αυτό επίπεδο ενδιαφέροντος συνυπάρχει με μια σχετικά υψηλή τάση μετανάστευσης των εκπαιδευτικών. Κατά την περίοδο 2008-2018 ο αριθμός των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που υπέβαλαν αίτηση για αναγνώριση προσόντων σε άλλη χώρα της ΕΕ ώστε να ασκήσουν το επάγγελμά τους εκεί σε μόνιμη βάση αυξήθηκε σε 14.869 από μόλις 594 κατά την προηγούμενη 10ετία. Πρόκειται για τον δεύτερο υψηλότερο αριθμό στην ΕΕ μετά την Ισπανία και τον υψηλότερο για τα νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα στην Ελλάδα. Οι μισθοί των εκπαιδευτικών υπέστησαν περικοπές έως 28 % σε πραγματικούς όρους (προσαρμοσμένους με βάση τον πληθωρισμό) μεταξύ 2009 και 2017 (ΟΟΣΑ, 2018a).

Ωστόσο, από το 2016, χορηγήθηκαν μικρές ετήσιες αυξήσεις μισθών, ιδιαίτερα στους εκπαιδευτικούς που είναι κάτοχοι μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων σπουδών, στο πλαίσιο του ευρύτερου στόχου δημόσιας πολιτικής για αύξηση των μισθών των δημόσιων υπαλλήλων που διαθέτουν περισσότερα προσόντα. Παρότι οι εκ του νόμου προβλεπόμενες αποδοχές την περίοδο 2016/2017 ήταν χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, τόσο για τον αρχικό όσο και για τον ανώτατο μισθό (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2018c), είναι εν γένει υψηλότερες από αυτές των χωρών της ΕΕ με παρόμοιο κατά κεφαλή ΑΕΠ.

Παρά τη σημασία του επαγγέλματος, τα στοιχεία σχετικά με τους εκπαιδευτικούς και την παρακολούθηση της εκπαίδευσης είναι λιγοστά. Για την αξιολόγηση της κατάστασης της εκπαίδευσης στη χώρα, η Ελλάδα θα επωφεληθεί από τη συμμετοχή της στη μελλοντική διεθνή έρευνα του ΟΟΣΑ για τη διδασκαλία και τη μάθηση (TALIS).

Οι εκπαιδευτικοί έχουν σχετικά περιορισμένο χρόνο διδασκαλίας και μικρές τάξεις

Οι εκπαιδευτικοί διδάσκουν 660 ώρες ετησίως στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και 609 ώρες στο επίπεδο της κατώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίες υπολείπονται των μέσων όρων της ΕΕ 23 που ανέρχονται σε 771 και 665 ώρες αντίστοιχα (ΟΟΣΑ, 2018a). Σύμφωνα με νέο νόμο, το μέγεθος της τάξης περιορίζεται σε 22 μαθητές στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

Οι εκ του νόμου προβλεπόμενες ώρες διδασκαλίας μειώνονται σταδιακά αρκετά γρήγορα, ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας των εκπαιδευτικών, με αποτέλεσμα ο χρόνος επαφής με τους μαθητές να είναι λιγότερος για τους πιο έμπειρους εκπαιδευτικούς. Η πρακτική της ανταμοιβής των εκπαιδευτικών για τα έτη υπηρεσίας τους με αυτόν τον τρόπο απαντάται και σε άλλες χώρες της ΕΕ, αλλά συνήθως συνδέεται με ένα ελάχιστο ηλικιακό όριο, εξαιρουμένης της Κύπρου.

Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών δεν έχει ακόμη εδραιωθεί

Οι διδακτικές ικανότητες των εκπαιδευτικών, λόγω της μη αξιολόγησης κατά την υπηρεσία, δεν ανταμείβονται στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος. Η αποτελεσματική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών στο πλαίσιο ενός γενικού υποστηρικτικού πλαισίου μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα, την ικανοποίηση από την εργασία και το αίσθημα αποτελεσματικότητας των εκπαιδευτικών (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2018a).

Ωστόσο, ο φόβος για πιθανά τιμωρητικά μέτρα που συνδέονταν με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών στο παρελθόν εξακολουθεί να κυριαρχεί στη σχετική συζήτηση. Δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητό ότι η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και μια δημοκρατική σχολική ατμόσφαιρα δεν αλληλοαποκλείονται (Stamelos, 2012). Οι αυτοαξιολογήσεις σχολικών μονάδων, οι οποίες θεσπίστηκαν με νόμο αλλά δεν έχουν ακόμη εφαρμοστεί, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην οικοδόμηση της απαιτούμενης εμπιστοσύνης.

Οι θέσεις διευθυντών σχολείων παρέχουν περιορισμένη δυνατότητα αυτόνομης λήψης αποφάσεων

Τα τελευταία χρόνια, οι ακαδημαϊκές γνώσεις και τα πρόσθετα εκπαιδευτικά προσόντα συνυπολογίζονται όλο και περισσότερο κατά την επιλογή των διευθυντών σχολείων. Ωστόσο, τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητές τους εξακολουθούν εν γένει να περιορίζονται στο υπαλληλικό έργο – και μάλιστα κυριολεκτικά, καθώς το διοικητικό υποστηρικτικό προσωπικό στα σχολεία είναι λιγοστό – γεγονός που οφείλεται επίσης στο ότι τα ελληνικά σχολεία εμφανίζουν ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα αυτονομίας στον ΟΟΣΑ.

Παρότι λαμβάνεται υπόψη η άποψη των εκπαιδευτικών του σχολείου κατά την επιλογή του σχολικού διευθυντή, οι διευθυντές δεν συμμετέχουν στην πρόσληψη εκπαιδευτικών, διότι η τοποθέτηση των εκπαιδευτικών πραγματοποιείται σε κεντρικό επίπεδο από το Υπουργείο.

Πηγή: alfavita.gr

Tagged