Η προαναγγελθείσα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και η αξιόπιστη Νίκη Κεραμέως

Πολιτικά

Η καλή διαγωγή της Νίκης Κεραμέως

 Στον αντίποδα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η υπουργός Παιδείας σηκώνει ψηλά τη σημαία των Πρoτύπων και Πειραματικών, αλλάζει ολόκληρη τη σχολική μενταλιτέ και δείχνει να θέλει –επιτέλους!– να χτίσει το εκπαιδευτικό σύστημα όπως είναι το λογικό: από κάτω προς τα πάνω.

Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον το σχέδιο νόμου του υπουργείου Παιδείας για την «Αναβάθμιση του σχολείου», που παρουσιάστηκε από τη Νίκη Κεραμέως και τέθηκε σε διαβούλευση ως την Τετάρτη, 6 Μαΐου. Οχι γιατί μπορεί να ανάψει τα αίματα της αντιπολίτευσης (που μπορεί), με ατάκες του τύπου «νομοσχέδιο – έκτρωμα», να κάνει έξαλλες τοπικές ΕΛΜΕ, και να προκαλέσει ντόρο. Αλλά γιατί επιχειρεί σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που η Παιδεία γίνεται αντιληπτή στην ελληνική πραγματικότητα.

Αν επιτευχθούν οι αλλαγές αυτές, θα έχουμε να κάνουμε, έπειτα από πολλά – πολλά χρόνια, με άλλη μενταλιτέ στα εκπαιδευτικά πεπραγμένα. Δεν ξέρω αν η Ελλάδα θα καταφέρει να φιγουράρει ποτέ στις κορυφαίες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης του ΟΟΣΑ, με τους καλύτερους μαθητές της υφηλίου. Τα παιδιά αυτά όμως θα έχουν γαλουχηθεί σε διαφορετική κουλτούρα ζωής, έχοντας μετεξελιχθεί σε αγνώριστους πολίτες – τα παιδιά κάποτε γίνονται πολίτες…

Πρωτοσέλιδα και τίτλοι αγγίζουν, βεβαίως, με την αναγγελία του νομοσχεδίου, ό,τι πονάει περισσότερο τη μέση ελληνική οικογένεια: το άγχος της επίδοσης. Τις προαγωγικές εξετάσεις και πώς θα διεξάγονται σε Γυμνάσιο και Λύκειο. Το come back της βάσης του «10». Τον αριθμό των Ομάδων Προσανατολισμού. Το ρεζουμέ όμως είναι πιο σημαντικό, και συμπυκνώνεται σε τέσσερα – πέντε νευραλγικής σημασίας σημεία.

Και πρώτα από όλα στο «εξ απαλών ονύχων»

Το υπουργείο αποφασίζει να διαρθρώσει με τρόπο αν μη τι άλλο νεωτερικό το Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό, συνθέτοντας ιδέες και πρακτικές που εφαρμόζουν επιτυχώς άλλες χώρες της Ευρώπης – δημοσιογραφικές πηγές εντοπίζουν πλείστα όσα κοινά σημεία με τα συστήματα της Σκανδιναβίας (διαχρονικά αξιοζήλευτα) και της Γαλλίας. Ενσωματώνει σε ένα σύστημα που είχε να πειραχτεί από το 2002 (!), επαφή με την αγγλική γλώσσα, μέσω δημιουργικών δραστηριοτήτων, και τις έννοιες της Πληροφορικής, από τη νηπιακή ηλικία.

Μοιάζει να ακούει το αίτημα των καιρών και χτίζει σύγχρονες δεξιότητες. Το ελληνικό σχολείο επεδείκνυε πάντα αξιοσημείωτη εμμονή στις εξισώσεις. Τώρα θα μαθαίνει τα παιδιά του και πώς να τρώνε σωστά, πώς να προφυλάσσονται όταν προχωρούν σε σεξουαλικές σχέσεις, τι σημαίνει κλιματική αλλαγή, Ρομποτική και νεανική επιχειρηματικότητα, πώς να σέβονται τη διαφορετικότητα του άλλου, πώς να βοηθούν χωρίς να οικτίρουν συνανθρώπους τους, πώς να αναπτύσσουν «Κοινωνική Συναίσθηση κι Ευθύνη».

«Θεματικούς πυλώνες» τους βαφτίζει, και μοιάζουν να κουμπώνουν αριστοτεχνικά σε αυτό που ζούμε σήμερα, στην εποχή του κορονοϊού και της σαρωτικής ανατροπής σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Μπορεί να μην ανεβάζουν τη γονεϊκή αδρεναλίνη, όπως ο «κόφτης» των μετεγγραφών και η επαναφορά των συντελεστών βαρύτητας, μοιάζουν όμως ικανοί να συμβάλουν ώστε να κλείσει επιτέλους η μεγάλη χαίνουσα πληγή της εγχώριας παιδείας. Βασικό μέλημα του εκπαιδευτικού συστήματος –το λένε πρώτοι και καλύτεροι οι Φινλανδοί– είναι η προετοιμασία των παιδιών για τη ζωή, τον αληθινό κόσμο.

Στον αντίποδα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η σημερινή ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, και η Νέα Δημοκρατία εν γένει, σηκώνει ψηλά τη σημαία των Προτύπων και Πειραματικών Σχολείων –η θεσμοθέτησή τους άλλωστε το 2011 είχε αποτελέσει εγχείρημα υψηλού επιπέδου διδασκαλίας στα δημόσια σχολεία στην Ελλάδα.

 Αυτοί που είχαν βάλει την υπογραφή τους –επί Γαβρόγλου– κάτω από την επιστολή «Σώστε τα Πρότυπα και Πειραματικά Σχολεία πριν να είναι αργά» θα χαμογελούν πια, στο άκουσμα και μόνο ότι από τον Σεπτέμβριο του 2020 προβλέπονται 24 Πρότυπα και 38 Πειραματικά σχολεία, ενώ σε δεύτερη φάση, έναν χρόνο αργότερα, θα είναι σε εξέλιξη διαδικασία για τη μετατροπή –βάσει κριτηρίων που θα εξειδικευθούν – δημόσιων σχολείων σε Πρότυπα και Πειραματικά, και πάντως πολλαπλασιασμός τους διόλου αμελητέος.

Από την εποχή Μπαλτά και την περίφημη ρήση «η αριστεία είναι ρετσινιά», το υπουργείο πραγματοποιεί άλμα προς τα εμπρός, αντιστεκόμενο στον εξισωτισμό προς τα κάτω και τη λαϊκίστικη εκδοχή της δημοκρατίας. Αξιολόγηση, αξιολόγηση, αξιολόγηση.

Σαν να ηχεί στα αυτιά μου ο ορισμός της από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, προτού ακόμη γίνει Πρωθυπουργός, υπό μορφή γρίφου: ως λέξη που αρχίζει από «Α», αλλότρια της απόλυσης, ταυτόσημη με την πρόθεση επιβράβευσης εκείνου που παράγει έργο στον δημόσιο τομέα.

Η αξιολόγηση των σχολικών μονάδων ήταν βασικός άξονας του προεκλογικού προγράμματος της ΝΔ και η Κεραμέως το υλοποιεί διττά: αφενός, με εσωτερική αυτο-αξιολόγηση, αφετέρου με εξωτερική αξιολόγηση από το οικείο ΠΕ.Κ.Ε.Σ. (Περιφερειακό Κέντρο Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού), με ενεργό ρόλο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και της Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε., της Αρχής για τη διασφάλιση της ποιότητας στην παρεχόμενη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση – ποιας άλλης;

Fair enough. Φωνές αντιπολιτευτικές φοβούνται σχολεία δυο και τριών ταχυτήτων, τα οποία υπό μια έννοια είναι ήδη υπαρκτά αλλά επιλέγουν να μην τα βλέπουν. Σε κάθε περίπτωση, η αξιολόγηση των σχολικών μονάδων δεν συνιστά ανακάλυψη της πυρίτιδας.

Ο ΟΟΣΑ υπογράφει εδώ και χρόνια εκθέσεις, θέτοντας τη μεταξύ άλλων ως προϋπόθεση για την πρόοδο του εκπαιδευτικού συστήματος στη χώρα. Η αρένα είναι έτοιμη για τις ιαχές που θα προκαλέσει το κόκκινο πανί της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, αλλά έχουμε δρόμο ακόμη ως τις αρχές του 2021.

Τελευταίο, μα όχι έλασσον: το ελληνικό ΑΕΙ. Υπάρχει κανείς που να διαφωνεί με τον εξορθολογισμό των κριτηρίων για τις μετεγγραφές; Υπάρχει μάτι που βλέπει θαμπά τη δυνατότητα του να ιδρύουν ΑΕΙ ξενόγλωσσα προπτυχιακά προγράμματα, χωρίς υποχρεωτική συνεργασία με το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος, και χωρίς προηγούμενη έγκριση υπουργού (!) ; Το τελευταίο είναι πρωτόγνωρο.

Η θεσμοθέτηση κοινών και διπλών προγραμμάτων σπουδών μεταξύ ελληνικών και ξένων ΑΕΙ, ή αυτή που αφορά τα θερινά προγράμματα στα ΑΕΙ, η προσέλκυση αλλοδαπών φοιτητών, μόνο ως θετικές μπορούν να εκληφθούν.

Χολερικοί θα σπεύσουν να σχολιάσουν ότι το νομοσχέδιο που παρουσίασε η υπουργός αγγίζει την τελειότητα. Σαφώς και όχι. Η επαναφορά της διαγωγής στους τίτλους σπουδών, όπως ίσχυε έως το 2017, βρίσκει διαπρύσιους πολέμιους και είναι βέβαιο ότι θα συζητηθεί εκτενώς.

Το σχέδιο νόμου επιδέχεται σχολίων, βελτιώσεων, τελεί εξάλλου υπό καθεστώς διαβούλευσης, της μέγιστης δυνατής. Ενα νομοσχέδιο δεν κρίνεται όμως από το αν τα Λατινικά θα αντικαταστήσουν την Κοινωνιολογία στη θεωρητική κατεύθυνση, ούτε από το αν στο Γυμνάσιο αυξάνονται από 4 σε 7 τα γραπτώς εξεταζόμενα μαθήματα (τα οποία ως το 2014 ήταν 15). Πόσο μάλλον από τα φοβικά σύνδρομα «ειδημόνων» που βλέπουν πίσω από κάθε αλλαγή άλωση της Παιδείας από επιχειρηματικά συμφέροντα.

Ως πολιτικό πρόσωπο, η ίδια η Κεραμέως αποδεικνύεται αν μη τι άλλο συνεπής. «Αλλαγές από κάτω προς τα πάνω», υλοποιεί, όπως υποσχόταν –«οι αλλαγές από πάνω προς τα κάτω, είναι σαν να χτίζεις σπίτι, ξεκινώντας από τα κεραμίδια».

Κι αυτό που πρέπει να της πιστωθεί είναι ότι το νομοσχέδιο δεν μοιάζει με ακόμη ένα πείραμα στην πλάτη της Παιδείας, με πυροτέχνημα και βαρύγδουπη εξαγγελία για τις Πανελλαδικές. Διαθέτει τα δομικά χαρακτηριστικά της σοβαρής προσπάθειας.

Ελευθερία Κόλλια

Πηγή: Protagon.gr

Tagged