Τρόμος πάνω από την «Πόλη»: Ερντογάν και… γείτονες ετοιμάζονται για την “εποχή Μπάιντεν”

Διεθνή γεγονότα
Μοιραστείτε το:

Τα χαρτιά ξαναμοιράζονται

Η αναμενόμενη είσοδος του Τζο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου ανατρέπει τις λιγοστές ισορροπίες που είχαν απομείνει στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και στηρίζονταν την προηγούμενη τετραετία στην ιδιόμορφη προσωπική διπλωματία του Ντόναλντ Τραμπ. Μια Αμερική λιγότερο “απούσα”, περισσότερο “πολυμερής” στο modus operandi της, περισσότερο ευθυγραμμισμένη στη λειτουργία των διαφορετικών υπηρεσιών της και λιγότερο ανεκτική σε καταχρηστικές συμπεριφορές είναι αυτό που εκτιμάται ευρέως ότι θα αποτελέσει το στίγμα της νέας εποχής. Μιας εποχής που βέβαια διαφέρει ριζικά από αυτήν που άφησε πίσω του ο Μπάιντεν ως αντιπρόεδρος το 2016, καθώς η αμερικανική πρωτοκαθεδρία στην περιοχή έχει σχετικοποιηθεί από τη στρατιωτική ανάπτυξη της Ρωσίας και την οικονομική διείσδυση της Κίνας, ενώ η πάλαι ποτέ κυρίαρχη αντιπαράθεση του “σιιτικού” με το “σουνιτικό” μπλοκ, όπως αποκαλούνται σχηματικά, χωρίς να εξαλείφεται, έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο από τις συγκρούσεις που αναδύθηκαν στο εσωτερικό του δεύτερου.

Το αποτέλεσμα είναι η νευρικότητα να εξαπλώνεται

Είτε μεταξύ παραδοσιακών συμμάχων, όπως το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία που δεν έχουν λόγους να καλωσορίζουν αλλαγές, είτε μεταξύ αντιπάλων όπως το Ιράν, που θα αντιμετωπίσουν νέα δεδομένα. Κυρίως όμως η προεδρία Μπάιντεν αποτελεί εναγώνιο ερώτημα για τον Ταγίπ Ερντογάν, στον βαθμό που κανένας άλλος δεν έχει απλώσει τόσο τολμηρά το αποτύπωμά του με αναθεωρητικές φιλοδοξίες και δεν έχει επενδύσει τόσο πολύ σε μια ακροβατική πορεία ανάμεσα στις ατλαντικές δεσμεύσεις του και τις νέες ευρασιατικές φιλίες του.

Δεν είναι τυχαίο, ότι λίγα 24ωρα μετά την οριστικοποίηση της εκλογής Μπάιντεν, ο Τούρκος πρόεδρος έσπευσε να ανακρούσει πρύμναν στην οικονομική του πολιτική, αντικαθιστώντας τον κεντρικό τραπεζίτη και τον υπουργό Οικονομικών και γαμπρό του, διαισθανόμενος την ευαλωτότητα της Τουρκίας στις νέες συνθήκες και την ανάγκη να δείξει (έστω και ανειλικρινώς) πως στρέφεται σε περισσότερο ορθόδοξες κατά τη Δύση επιλογές.

Οι νέες εκκαθαρίσεις

Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, εκτυλίσσονται άλλες ενδιαφέρουσες ανακατατάξεις. Οι εκκαθαρίσεις στον τουρκικό κρατικό μηχανισμό και δη στο στράτευμα έχουν αλλάξει προσανατολισμό, αρχής γενομένης από την καθαίρεση του ναυάρχου Γιαϊτζί πατέρα του δόγματος της “Γαλάζιας Πατρίδας” τον Μάιο: θύματά τους πέφτουν ολοένα και περισσότερο εκείνοι οι αντιδυτικοί “ευρασιατιστές” οι οποίοι πρωτοστάτησαν στην καταδίωξη γκιουλενιστών και λοιπών αντιπάλων το προηγούμενο διάστημα. Πρόκειται για απλή “κίνηση του εκκρεμούς”, ώστε να διασφαλισθεί ότι ο Ερντογάν είναι ο μόνος κυρίαρχος του παιχνιδιού, ή δρομολογείται αναπροσανατολισμός με γεωπολιτικές προεκτάσεις;

Την Τετάρτη, πάλι, ο εξ απορρήτων του Ερντογάν, Ιμπραχίμ Καλίν, συναντήθηκε με τον νέο ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ για την κρίση στη Συρία, Τζόελ Ρέιμπερν, για συζητήσεις σχετικά με τη συγκρότηση της επιτροπής σύνταξης του νέου συριακού συντάγματος και την κατάσταση στην επαρχία Ίντλιμπ, τελευταίο προπύργιο των προστατευόμενων της Άγκυρας ανταρτών, όπου από τον Μάρτιο επικρατεί εύθραυστη εκεχειρία διαμεσολαβημένη από τη Μόσχα. Το όλο πνεύμα της συνάντησης περιστρεφόταν γύρω από τις διαβεβαιώσεις του Καλίν ότι η Τουρκία παραμένει δεσμευμένη στις προσπάθειες αποκλιμάκωσης και άρα δεν θα επιχειρήσει, κατά τη διάχυτη υποψία, να εκμεταλλευτεί τη μεταβατική περίοδο στην Αμερική για τη δημιουργία τετελεσμένων. Ο Μπάιντεν μπορεί να μην είναι αρεστός, αλλά το να προκληθεί προκαταβολικά αποτελεί μεγάλο ρίσκο.

Παλιότερα δείγματα γραφής

Οι διαθέσεις του Μπάιντεν έναντι της Τουρκίας έγιναν σαφείς από πολλών μηνών όταν, ως διεκδικητής ακόμη του χρίσματος των Δημοκρατικών, ο άλλοτε γερουσιαστής από το Ντελάγουερ έκανε λόγο σε συνέντευξή του για την ανάγκη να στηριχθεί η τουρκική αντιπολίτευση, ώστε να υπάρξει δημοκρατική αλλαγή καθεστώτος στην γείτονα. Αλλά και ως αντιπρόεδρος του Ομπάμα το 2014, ο ίδιος κατηγόρησε την Τουρκία και τις μοναρχίες του Κόλπου ότι στην αδημονία τους να εκτοπίσουν τον Σύρο πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ χρηματοδότησαν και εξόπλισαν εξτρεμιστές τζιχαντιστές από άλλα μέρη του κόσμου. Χρειάστηκε βεβαίως να απολογηθεί, μπροστά στις οργισμένες διαψεύσεις των Τούρκων ιθυνόντων, ωστόσο δεν έπαψε να έχει τις απόψεις του για το τι αντιπροσωπεύει η Τουρκία. Έτσι, επισκεπτόμενος τη χώρα στις αρχές του 2016 άσκησε απερίφραστη κριτική στις τουρκικές επιδόσεις ως προς την ελευθερία της έκφρασης και τόνισε ότι η ισχύς της τουρκικής δημοκρατίας επηρεάζει άμεσα το επίπεδο των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Και πάλι, όμως, αργότερα την ίδια χρονιά, σε νέα επίσκεψή του μετά από το αποτυχημένο πραξικόπημα του καλοκαιριού του 2016 εμφανίστηκε απολογητικός για την “αργή ανταπόκριση” των δυτικών δυνάμεων σε εκείνη την κρίση και βεβαίωσε για την “απόλυτη και αταλάντευτη” υποστήριξη των ΗΠΑ προς την Τουρκία.

Η “υπαρξιακή” πρόκληση

Στη βαρυφορτωμένη αμερικανο-τουρκική ατζέντα είναι γνωστό ποια θέματα ξεχωρίζουν. Η παρουσία νοτίως των τουρκικών συνόρων μιας δεύτερης (μετά από αυτήν του Ιράκ) de facto αυτόνομης κουρδικής οντότητας, και μάλιστα πολιτικά συνδεόμενης με το ΡΚΚ και προστατευόμενης από την παρουσία Αμερικανών κομμάντος αποτελεί για την Άγκυρα υπαρξιακή πρόκληση. Αλλά και για την αμερικανική πλευρά, ιδίως την πτέρυγα εκείνη του κατεστημένου ασφαλείας που εκφράζει ο Μπάιντεν, η εγκατάλειψη στις εκδικητικές διαθέσεις του Ερντογάν των πιο πιστών συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή αποτελεί έγκλημα καθοσιώσεως. Πόσω μάλλον, που το κουρδικό μόρφωμα της βορειοανατολικής Συρίας αποτελεί ιδεώδη “βατήρα” για ευρύτερη προβολή της αμερικανικής ισχύος σε γειτονικές χώρες και για διακοπή της εδαφικής συνέχειας του λεγόμενου “άξονα της αντίστασης” υπό το Ιράν.

Επιπλέον, η ανάπτυξη των ρωσικών συστημάτων S-400 στην Τουρκία θεωρείται στην Ουάσιγκτον και άλλες δυτικές πρωτεύουσες ενέργεια μη συμμαχική, μολονότι έως τώρα ελέω Τραμπ η Άγκυρα απέφυγε να πληρώσει το τίμημα των επαπειλούμενων κυρώσεων, ενώ στο επίκεντρο των τριβών βρίσκεται και το αμερικανικό δικαστικό σύστημα, είτε λόγω της επιμονής του Ερντογάν να του παραδοθεί ο εγκατεστημένος στην Πενσιλβάνια μεγάλος αντίπαλός του, Φετουλάχ Γκιουλέν, είτε λόγω των εκκρεμοτήτων που αντιμετωπίζει η κρατική τουρκική τράπεζα Halkbank κατηγορούμενη για παραβίαση των κυρώσεων κατά του Ιράν.

Σε αυτά, έρχεται το τελευταίο διάστημα να προστεθεί η ευρύτερη ένταση που τροφοδοτεί διά της στρατιωτικής παρουσίας της ή διά των αερομεταφερόμενων ένοπλων ισλαμιστών φίλων της η Τουρκία στη Λιβύη και τον Καύκασο, αλλά βέβαια και η κατάσταση στην ανατολική και κεντρική Μεσόγειο, όπου πέραν της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας έφθασαν να παρενοχλούνται από το τουρκικό ναυτικό ακόμη και γαλλικές δυνάμεις. Για όλα αυτά εξαπέλυσε δριμύ κατηγορητήριο κατά την πρόσφατη υπουργική τηλεσύνοδο του ΝΑΤΟ ο απερχόμενος επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Μάικλ Πομπέο. Δεν χρειάστηκε καν η κυβερνητική εναλλαγή, ώστε το πρόβλημα να έρθει πλήρως στην επιφάνεια.

Ζητούμενο μια νέα αρχή

Θα ήταν λάθος, ωστόσο, να θεωρηθεί ότι η ορκωμοσία Μπάιντεν θα επιφέρει αυτομάτως μια κάθετη πτώση της θερμοκρασίας των τουρκο-αμερικανικών σχέσεων. Αντιθέτως το κυρίαρχο μέλημα και των δύο πλευρών θα είναι η εξεύρεση νέων κανόνων συνύπαρξης και η ανανέωση της συμμαχικής σχέσης, σε μία συγκυρία κατά την οποία ο Λευκός Οίκος θα επιχειρήσει να επανορίσει τη σχέση του και με τους λοιπούς παίκτες της περιοχής, αρχής γενομένης από το Ιράν.

Για τον Ταγίπ Ερντογάν, το ερώτημα της “επόμενης μέρας” θα απαντηθεί, όπως μπορεί να περιμένει κανείς, σε “συναλλακτική” βάση και με κυρίαρχο κριτήριο τις διαρρυθμίσεις που θα στηρίζουν την (αποδυναμωμένη λόγω οικονομικής κρίσης) κυριαρχία του στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Όμως το μέγα δίλημμα και των δύο πλευρών είναι άλλο. Θα αξιοποιηθεί η υπερφιλόδοξη Τουρκία ως όργανο ανάσχεσης της “ρωσικής απειλής” (αλλά και του κινεζικού “δρόμου του μεταξιού”), επιβεβαιώνοντας την ένταξή της στο δυτικό στρατόπεδο ή, αντιθέτως, θα απορροφηθεί από το “βαρυτικό πεδίο” της ευρασιατικής ολοκλήρωσης, αναλογιζόμενη και το κόστος της ευθείας αναμέτρησης με τη Ρωσία σε όλα τα μέτωπα που έχουν βρεθεί να συνδιαχειρίζονται;

Κούρδοι εναντίον Κούρδων στο βόρειο Ιράκ

Το ενδεχόμενο μιας τυχοδιωκτικής στρατιωτικής πρωτοβουλίας της Τουρκίας εναντίον των Κούρδων στη βορειοανατολική Συρία προτού εγκατασταθεί ο Τζο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο συζητείται ευρέως το τελευταίο διάστημα. Όμως η Άγκυρα δείχνει ανέτοιμη να αναλάβει ένα τέτοιο ρίσκο και αντ’ αυτού προκρίνει μια περισσότερο ευέλικτη κίνηση. Μεταθέτει το πεδίο της δράσης στο βόρειο Ιράκ “στρατολογώντας” την εκεί αυτόνομη κουρδική διοίκηση για το προληπτικό πλήγμα που επιθυμεί εναντίον του ΡΚΚ.

Με δέλεαρ την απρόσκοπτη συνέχιση των πετρελαϊκών εξαγωγών από τον αγωγό που συνδέει το βόρειο Ιράκ με την Τουρκία, μοναδική χερσαία πρόσβασή του στον έξω κόσμο, η αυτόνομη κουρδική κυβέρνηση προωθεί τη συνεργασία της με τις τουρκικές δυνάμεις που έχουν μονομερώς αναπτυχθεί νοτίως των συνόρων, σε μια προσπάθεια να απομονωθεί το εξόριστο επιτελείο του ΡΚΚ στα ιρακινά όρη Καντίλ. Διόλου τυχαία, το ΡΚΚ έπληξε στον πετρελαιαγωγό κοντά στην παραμεθόριο πόλη Μάρντιν της Τουρκίας, διακόπτοντας την λειτουργία του για δέκα ημέρες, με κόστος 100 εκατ. δολαρίων για την ούτως ή άλλως δοκιμαζόμενη οικονομικά αυτόνομη κουρδική διοίκηση του βόρειου Ιράκ.

Το γεγονός, άλλωστε, ότι κατά τις ημέρες επέκτασης του “Ισλαμικού Κράτους”, το 2014, το ΡΚΚ κατόρθωσε να επεκτείνει το εδαφικό του αποτύπωμα, θέτοντας υπό την προστασία του την απειλούμενη μειονότητα των Γεζίντι στο όρος Σιντζάρ, κοντά στο τριεθνές Τουρκίας-Συρίας-Ιράκ, γεννά σε πολλούς στην Άγκυρα και το Αρμπίλ ρεβανσιστικές διαθέσεις. Εξού και τελευταία οι συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών κουρδικών παρατάξεων πολλαπλασιάζονται, ενώ η περιοχή παραμένει ευάλωτη, με δεκάδες χωριά εγκαταλελειμμένα από τους κατοίκους τους.

Προσπάθεια να κλείσουν τα “περιττά μέτωπα”

Σε καιρούς τέτοιων ανακατατάξεων μερικές παλαιότερες αντιπαραθέσεις φαντάζουν πλέον ως περιττή πολυτέλεια. Εξού και ο επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, φέρεται να έχει πραγματοποιήσει, σύμφωνα με πληροφορίες του Al-Monitor, σειρά επαφών με Ισραηλινούς αξιωματούχους με στόχο την αποκατάσταση των σχέσεων των δύο πλευρών. Tην πρωτοβουλία είχε η τουρκική πλευρά, η οποία ανησυχεί για την επικείμενη έλευση του Τζο Μπάιντεν και θεωρεί ότι η αναθέρμανση των σχέσεων με το Ισραήλ θα αποτελέσει έναν τρόπο για να κερδηθεί η ευμένεια της νέας κυβερνητικής ομάδας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το Ισραήλ, πάντως, δεν έχει ιδιαίτερους λόγους να βιάζεται, στον βαθμό που η πρόσφατη αποκατάσταση των σχέσεών του με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν τού δίνει μεγαλύτερο χώρο να διαπραγματευτεί με την Τουρκία, σε μία φάση που οι φίλοι της διαρκώς λιγοστεύουν στην περιοχή. Η Άγκυρα θα χρειαστεί να πληρώσει ακριβό αντάλλαγμα για την επαναπροσέγγιση με το Ισραήλ. Και αυτό διότι η κυβέρνηση Νετανιάχου δεν παύει να καταγγείλει την προστασία παρέχει η Τουρκία στην ισλαμική παλαιστινιακή οργάνωση Χαμάς που ελέγχει τη Λωρίδα της Γάζας.

Στροφή και από το Ριάντ

Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι η Τουρκία επιχειρεί να αποκαταστήσει τις σχέσεις της και με τον έτερο μεγάλο ανταγωνιστή της Μέσης Ανατολής, τη Σαουδική Αραβία. Η τηλεφωνική επικοινωνία του Ερντογάν στις 21 Νοεμβρίου με τον βασιλέα Σαλμάν, ενόψει της υπό σαουδαραβική προεδρία διαδικτυακής Συνόδου Κορυφής της G20, έδωσε και μία ευκαιρία στον Τούρκο πρόεδρο να ζητήσει τον τερματισμό του μποϊκοτάζ που το Ριάντ έχει κηρύξει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της Τουρκίας. Παρά τη ραγδαία επιδείνωση των σχέσεων των δύο πλευρών με αφορμή η δολοφονία του εξόριστου δημοσιογράφου, Τζαμάλ Χασόγκι, στο σαουδαραβικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης και πραγματική αιτία την ενίσχυση των περιφερειακών φιλοδοξιών του διδύμου Τουρκίας-Κατάρ, η ρητορική έχει το τελευταίο διάστημα εμφανώς αλλάξει. Προς γενική έκπληξη, ο Σαουδάραβας υπουργός Εξωτερικών, Φαϊσάλ μπιν Φαρχάν, δήλωσε το Σάββατο ότι οι σχέσεις με την Τουρκία είναι “φιλικές”, ενώ και ο Ερντογάν κατά την τοποθέτησή του στη Σύνοδο της G20 αποκάλεσε “αδελφό” τον βασιλιά Σαλμάν.

Πηγή: capital.gr

Μοιραστείτε το:
Tagged