Αμερικάνικες κυρώσεις στην Τουρκία: Της έκοψαν τα πόδια – Καταρρέει η αμυντική βιομηχανία της

Εξοπλισμοί

Σε τροχιά “κατάδυσης” η τουρκική αμυντική βιομηχανία, λόγω των κυρώσεων των ΗΠΑ για τους S-400

Η βαθύτατη εξάρτηση της Τουρκίας από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας θυμίζει τα συγκοινωνούντα δοχεία και τώρα ακριβώς με ότι συμβαίνει μετά τις αποφάσεις για επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ, φαίνεται ότι στη μια πλευρά η υπομονή ξεχείλισε το δοχείο…

Το γεγονός ότι ανάμεσα στις κυρώσεις περιλαμβάνεται «η απαγόρευση από τις Ηνωμένες Πολιτείες αδειών εξαγωγών και εξουσιοδοτήσεων στην τουρκική αμυντική βιομηχανία SSB», σύμφωνα με καλά πληροφορημένες στρατιωτικές πηγές, σημαίνει ότι η πολυδιαφημιζόμενη «βαριά» βιομηχανία της Άγκυρας για τα αμυντικά συστήματα βρίσκεται σε περιδίνηση.

Το ραντάρ αντίγραφο του AESA των Ελληνικών VIPER πηγαίνει περίπατο…

Σε αυτή φαίνεται ότι συμπαρασύρεται  και το φιλόδοξο τουρκικό σχέδιο αναβάθμισης των μαχητικών F-16 με ραντάρ «τύπου» AESA το οποίο μελετά και αναπτύσσει η τουρκική εταιρία Aseslan. Χωρίς την Αμερικανική βοήθεια και τεχνογνωσία δεν πρόκειται αυτό το πρόγραμμα να κάνει ούτε ένα βήμα, σημειώνεται κατηγορηματικά από τις ίδιες πηγές.

Το συγκεκριμένο ραντάρ το διαφήμιζε η Τουρκία ως πολύ ανώτερο από εκείνο που πρόκειται να φέρουν τα 84 αναβαθμισμένα Ελληνικά F-16 VIPER και μάλιστα ο Τουρκικός τύπος σημείωνε ότι ουδείς στη γείτονα θα πρέπει ν’ ανησυχεί για την Ελληνική αναβάθμιση, διότι το ισοζύγιο με την τοποθέτηση του δικούς τους ραντάρ και την αναβάθμιση, θα διατηρούνταν ή μπορεί και να υπερτερούσαν, ξεχνώντας βεβαίως και τον παράγοντα εμπειρίας των Ελλήνων αεροπόρων.

Με τις Αμερικανικές κυρώσεις και συγκεκριμένα αυτή στην οποία αναφερθήκαμε, αυτό το φιλόδοξο σχέδιο δίχως τους Αμερικανούς και τα υλικά που ταξιδεύουν από τις ΗΠΑ δεν μπορεί να υλοποιηθεί.

Και το «κόψιμο των ποδιών» δεν σταματά στο αντίγραφο του ραντάρ «AESA» που το γνήσιο θα φέρουν τα Ελληνικά VIPER.

Μια σειρά κι άλλων εξοπλιστικών προγραμμάτων που έχουν να κάνουν με αντιαεροπορικά συστήματα μικρού βεληνεκούς, με χερσαία οπλικά συστήματα κ.ο.κ., με τις κυρώσεις αυτές ουσιαστικά παγώνουν την αμυντική τουρκική βιομηχανία.

Ως γνωστο, η κυβέρνηση της Άγκυρας εδώ και πολλά χρόνια έχει επενδύσει το μεγαλύτερο μέρος της Τουρκικής οικονομίας ώστε να εξυπηρετήσει την επιχείρηση αλλαγής του status quo στην περιοχή.

Σκαριά δίχως κινητήρες και ηλεκτρονικά…

Βεβαίως αν προσέξει κανείς τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσει οπλικά συστήματα η εγχώρια αμυντική βιομηχανία της γείτονος θα παρατηρήσει ότι κατασκευάζει το «σκαρί» αλλά σε θέματα κινητήρων (σ.σ. τουρκικό άρμα μάχης, νέο εκπαιδευτικό jet αεροσκάφος, το μαχητικό 5ης γενιάς TFX, κ.α.) , ολοκληρωμένα συστήματα ηλεκτρονικών, λόγω της υψηλότατης τεχνολογίας, σκοντάφτουν και το βέβαιο είναι ότι χωρίς την βοήθεια κυρίως Αμερικανικών και Ευρωπαϊκών μεγάλων εταιριών δεν μπορούν να προχωρήσουν.

Άρα με αυτό το εμπάργκο ροής υλικών από τις εταιρίες των ΗΠΑ προς τις τουρκικές, που έχουν εξοπλιστικά προγράμματα, είναι βέβαιο ότι τα χρονοδιαγράμματα πηγαίνουν πολύ πίσω κι ότι είχε σχεδιαστεί ήδη είναι σε μια παρατεταμένη παράταση. Αν συνυπολογίσει κανείς και την τροχιά «κατάδυσης» της τουρκικής οικονομίας παρατηρεί ότι η υποστήριξή τους είναι κάτι το ανέφικτο.

Η συγκεκριμένη απόφαση που έρχεται ως συνέπεια για το γινάτι του ίδιου του Τούρκου προέδρου Ερντογάν για την ενεργοποίηση των S-400, αποτελεί σημαντικό κομμάτι του μοχλού πίεσης που θέλουν ν’ ασκήσουν οι ΗΠΑ στην Τουρκία, διότι περιορίζεται η ικανότητα να έχει ελεύθερη τροφοδοσία με τεχνογνωσία και υλικά σε τομείς υψηλής τεχνολογίας.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του επιθετικού ελικοπτέρου Τ-129 της Τουρκίας, ένα σχέδιο που εξελίχθηκε στην βάση του Ιταλικού επιθετικού ελικοπτέρου της Augusta.

Οι γείτονες διαθέτουν 50 τέτοια ελικόπτερα και επιχείρησαν να έχουν τον πρώτο τους εξαγωγικό πελάτη, το σύμμαχο στην Τουρκία Πακιστάν. Οι Αμερικανοί όμως είχαν άλλη γνώμη, επιβάλλοντας εμπάργκο στον κινητήρα. Κι εδώ φαίνεται ότι ένα οπλικό σύστημα το οποίο έχει ολοκληρωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό στην Τουρκία, με ηλεκτρονικά, ηλεκτροπτικά συστήματα της Asaslan, πυροβόλο, πυρομαχικά, τα πάντα από την εγχώρια αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας, δεν μπορεί να εξαχθεί λόγω της Αμερικανικής εμπλοκής στον  κινητήρα του ελικοπτέρου.

ΑΝΑΛΥΣΗ: Τουρκία και Κυρώσεις-Οι στρατιωτικές και πολιτικοοικονομικές επιπτώσεις… και τα τρία διδάγματα για την Ελλάδα

Οι κυρώσεις που ανακοίνωσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για το θέμα των S-400 αποτελούν το πρώτο πραγματικά σκληρό πλήγμα των ΗΠΑ εναντίον της Τουρκίας. Θα έχει συνέπειες στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές. Ταυτόχρονα, σπάει το ταμπού, που εξασφάλιζε τη γνωστή ιδιότυπη ασυλία της Τουρκία εκ μέρους των Δυτικών, εξαιτίας της σημαντικής γεωστρατηγικής της θέσης. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι κυρώσεις αυτές μπορεί να είναι η αρχή, ή τουλάχιστον όχι οι μοναδικές. Είναι προς το παρόν άγνωστο, εάν ο απερχόμενος πρόεδρος Τραμπ έδωσε την έγκρισή του, ή υποχρεώθηκε να αποδεχθεί την κίνηση υπό την πίεση της κρατικής γραφειοκρατίας. Τέλος, διδάγματα από αυτή την υπόθεση μπορούν να εξαχθούν και από την Ελλάδα.

του Ζαχαρία Β. Μίχα*

Στο στρατιωτικό επίπεδο, η απαγόρευση κάθε είδους εξαγωγής πολεμικού υλικού, συνεπάγεται την επίσημη –ανεπίσημα ήταν υφιστάμενη– διακοπή παροχής ανταλλακτικών για αμερικανικής προέλευσης οπλικά συστήματα. Ταυτόχρονα, εγείρει ανυπέρβλητα εμπόδια στην προσπάθεια της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας να εξάγει οπλικά συστήματα, καθώς στο σύνολό τους περιέχουν αμερικανικά υποσυστήματα. Αυτή η παράμετρος εμμέσως πλην σαφώς συνιστά κυρώσεις και οικονομικής φύσεως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τουρκική οικονομία συνολικά.

ΣΚΛΗΡΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΛΗΓΜΑ

Η κίνηση των ΗΠΑ είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στο τουρκικό χρηματιστήριο και στην ήδη ευάλωτη ισοτιμία της τουρκικής λίρας με το δολάριο και το ευρώ. Ενώ η απόφαση του πρόσφατου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ήταν ένα θετικό μήνυμα και για την τουρκική οικονομία, οι αμερικανικές κυρώσεις συνιστούν πολύ βαρύτερο αρνητικό μήνυμα. Κι αυτό, επειδή η κίνηση της Ουάσιγκτον θα ενισχύσει και όσα κράτη-μέλη εντός της ΕΕ επιδιώκουν την τιμωρία της Τουρκίας.

Οι αμερικανικές κυρώσεις ακυρώνουν στην πράξη και το προσκλητήριο που απηύθυνε ο Ερντογάν προς τους διεθνείς επενδυτές να πραγματοποιήσουν παραγωγικές επενδύσεις στην Τουρκία με πολύ προνομιακούς όρους. Την ίδια στιγμή, διεθνείς οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης συστήνουν την Ελλάδα ανεπιφύλακτα ως επενδυτικό προορισμό.

Οι πολιτικές συνέπειες, επίσης, αναμένεται να είναι σημαντικές. Στην ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ περιέχεται σύσταση προς την Άγκυρα να επιχειρήσει την άμεση διευθέτηση του ζητήματος των S-400 σε συνομιλίες με τις ΗΠΑ. Ας σημειωθεί ότι αίτημα για τη διεξαγωγή τέτοιων συνομιλιών κατέθεταν εδώ και καιρό οι Τούρκοι, χωρίς να εισακούγονται.

Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσουμε ότι το πραγματικό μήνυμα της Ουάσιγκτον προς την Άγκυρα είναι πως οι όποιες συνομιλίες δεν μπορούν να γίνονται υπό το βάρος του τουρκικού τετελεσμένου. Εάν κάποιος θα υπαγορεύει τους όρους διεξαγωγής τους, αυτός δεν θα είναι η Τουρκία, αλλά οι Αμερικανοί. Αυτός είναι και ο στόχος των κυρώσεων.

Στο δε ειδικής βαρύτητας ζήτημα αρχής της προμήθειας κύριου οπλικού συστήματος υψηλής τεχνολογίας της ρωσικής αμυντικής βιομηχανίας από χώρα του ΝΑΤΟ, η συζήτηση δεν μπορεί να αφορά τίποτε περισσότερο από τον τρόπο απομάκρυνσής του. Όχι τους όρους διατήρησής του, όπως επεδίωκαν οι Τούρκοι.

ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΕΡΝΤΟΓΑΝ

Δεδομένης της σημασίας που έχει το κύρος για ανατολίτες ηγέτες, όπως ο Ερντογάν, οι πιθανότητες ο Τούρκος πρόεδρος να λάβει το μήνυμα και να ανακρούσει πρύμναν πρέπει να θεωρούνται εξαιρετικά περιορισμένες. Θα συνιστούσε ομολογία ήττας, η οποία εκ των πραγμάτων θα αποσταθεροποιούσε το καθεστώς του. Το πλήγμα που υφίσταται η κυβέρνηση των ισλαμιστών είναι από κάθε άποψη καίριο και ουσιαστικά φέρνει τον κόμπο στο χτένι.

Η επίκληση της γεωστρατηγικής σημασίας της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ με σκοπό να διατηρηθεί το καθεστώς ασυλίας και να αποτραπεί η επιβολή κυρώσεων μπορεί να λειτούργησε αποτελεσματικά στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, μπορεί να συγκινεί τη γραφειοκρατία του ΝΑΤΟ, αλλά τώρα χάνει την εμβέλειά της. Στην πραγματικότητα, ο Ερντογάν έρχεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πολιτικών επιλογών του.

Ενδεικτικό της αμετροέπειάς του είναι ότι έθεσε και θέμα αζερικής μειονότητας στο Ιράν, με το ποίημα που απήγγειλε κατά την παρουσία του στο Μπακού, όπου εορτάστηκαν τα επινίκια της σύρραξης στο Ναγκόρνο Καραμπάχ. Το ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικά ευαίσθητο εξ ου και η Τεχεράνη αντέδρασε με σφοδρότητα. Το Ιράν δεν παίζει μ’ αυτό το ζήτημα, γι’ αυτό και αντιμετώπισε την πρόκληση Ερντογάν ως εχθρική ενέργεια.

Επειδή η Ουάσιγκτον γνωρίζει καλά όλα αυτά, σημαίνει ότι αποφασίζοντας να ανακοινώσει κυρώσεις, έχει λάβει υπόψη κι αυτήν την παράμετρο. Με άλλα λόγια, δεν “αγοράζει” τα έμμεσα μηνύματα του Ερντογάν ότι μπορεί να προκαλεί προβλήματα στους αντιπάλους των ΗΠΑ. Αυτό, όμως, οδηγεί τη στρατηγική της Άγκυρας σε αδιέξοδο και τον ίδιο τον Τούρκο πρόεδρο σε αντίδραση, το μέγεθος της οποίας θα φανεί τις επόμενες ημέρες.

Στην πιο ακραία εκδοχή η τουρκική αντίδραση θα μπορούσε θεωρητικά να είναι αποχώρηση από το ΝΑΤΟ. Οι πιθανότητες να συμβεί αυτό θεωρούνται ακόμα και τώρα αμελητέες, καθώς οι ανακατατάξεις που θα προέκυπταν θα ήταν τεράστιες. Ο Ερντογάν έχει συνείδηση πως η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ του παρέχει μία κάποια προστασία, ειδικά σε μία περίοδο που η τουρκική οικονομία δοκιμάζεται. Οι θεωρητικά εναλλακτικές λύσεις στήριξης από τη Ρωσία και την Κίνα δεν προσφέρονται χωρίς σοβαρό κόστος.

Σε περίπτωση κλιμάκωσης, θα ήταν σφόδρα πιθανή η άμεση απομάκρυνση των πυρηνικών βομβών που φιλοξενούνται στην τουρκική αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ. Παράλληλα, θα μπορούσε να ξεκινήσει διαδικασία μετεγκατάστασης της βάσης, με τις εναλλακτικές να συμπεριλαμβάνουν τη βάση του Ακρωτηρίου στην Κύπρο και τη Σούδα στην Κρήτη.

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Όσον αφορά στα διδάγματα που πρέπει να εξάγει η Ελλάδα από αυτή την εξέλιξη, το πρώτο και πλέον σημαντικό είναι η ανάγκη διατήρησης δυο πηγών προμήθειας κυρίων οπλικών συστημάτων. Στην ελληνική περίπτωση χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Πολεμική Αεροπορία, με το μείγμα αμερικανικών μαχητικών F-16 και γαλλικών Mirage και Rafale. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Τουρκία εδώ και αρκετό διάστημα με τη διατήρηση του αεροπορικού της στόλου σε επιχειρησιακή ετοιμότητα, είναι εξόχως διδακτικό.

Ένα δεύτερο δίδαγμα είναι η αποφυγή οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης υπό το βάρος τετελεσμένου. Αυτή είναι μια κατάσταση που η Ελλάδα έχει αντιμετωπίσει κατά κόρον στο ελληνοτουρκικό μέτωπο τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι θέση αρχής, την οποία οφείλει να μην παραβιάσει κάθε ελληνική κυβέρνηση, ότι δεν διαπραγματεύεσαι υπό το κράτος τετελεσμένου.

Όταν εκ των προτέρων γνωρίζεις ότι ο συνομιλητής σου επιθυμεί διάλογο για να νομιμοποιήσει σε βάρος σου τετελεσμένα, ακόμα και το να καθίσεις στο τραπέζι, έχεις κάνει την πρώτη κρίσιμη υποχώρηση. Εάν αυτό ισχύει στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις για τους S-400, ισχύει πολλαπλάσια όταν ο συνομιλητής σου επιδιώκει να νομιμοποιήσει τετελεσμένα σε βάρος της εθνικής σου κυριαρχίας και των κυριαρχικών σου δικαιωμάτων.

*ΖΑΧΑΡΙΑΣ Β. ΜΙΧΑΣ: Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας – ΙΑΑΑ/ISDA

Πηγή: hellasjournal.com / defence-point.gr

Tagged