Ο Κάρλ Μαρξ, ο Έγγελς, το «Κουμουνιστικό Μανιφέστο» και το φάντασμα του Κομουνισμού

Συνομοσιολογικά

Το αμείλικτο σύστημα του Karl Marx

Το  Μανιφέστο  άρχιζε  με  μια  δυσοίωνη  διατύπωση:  «Ένα  φάντασμα  πλανιέται  πάνω  από  την Ευρώπη ‐ το φάντασμα του Κομουνισμού. Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης  έχουν συνάψει ιερή συμμαχία για να ξορκίσουν αυτό το φάντασμα: ο Πάπας και ο Τσάρος,  ο  Μέτερνιχ  και  ο  Γκιζό,  οι  Γάλλοι  Ριζοσπάστες  και  οι  πράκτορες  της  Γερμανικής  αστυνομίας».

Το  φάντασμα  υπήρχε  πραγματικά:  το  1848  ήταν  έτος  τρόμου  για  την  παλαιά  τάξη  της  ηπειρωτικής Ευρώπης. Το πνεύμα της επανάστασης ήταν διάχυτο στην ατμόσφαιρα και  το  σύστημα  κλονιζόταν  συθέμελα.  Για  κάποιο  διάστημα  ‐ένα  πολύ  σύντομο  διάστημα‐  φαινόταν  πολύ  πιθανό  ότι  η  παλαιά  τάξη  θα  κατέρρεε.  Στη  Γαλλία,  το  ανίκανο  καθεστώς  του Λουδοβίκου‐Φιλίππου, του εύσωμου μεσοαστού βασιλιά, συνετρίβη υπό το βάρος μιας  κρίσης, ο βασιλιάς παραιτήθηκε και διέφυγε στο εξωτερικό, όπου βρήκε καταφύγιο σε μια  βίλα του Σάρεϊ, και οι εργάτες του Παρισιού ξεσηκώθηκαν σε ένα ξέφρενο και ασυντόνιστο  ξέσπασμα  και  ύψωσαν  την  κόκκινη  παντιέρα  στο  Hotel  de  Ville.

Στο  Βέλγιο  ο  έντρομος  μονάρχης  προσφέρθηκε  να  υποβάλει  την  παραίτησή  του.  Στο  Βερολίνο  στήνονταν  οδοφράγματα  και  ανταλλάσσονταν  πυροβολισμοί.  Στην  Ιταλία  ο  όχλος  είχε  κατέβει  σε  διαδηλώσεις,  ενώ  στην  Πράγα  και  τη  Βιέννη  ο  εξεγερμένος  λαός  μιμούνταν  τους  Παριζιάνους καταλαμβάνοντας τις πόλεις τους.  «Οι  Κομμουνιστές  δεν  καταδέχονται  να  κρύβουν  τις  απόψεις  και  τις  προθέσεις  τους»,  διακήρυσσε το Μανιφέστο. «Δηλώνουν ανοιχτά ότι οι στόχοι τους μπορούν να επιτευχθούν  μονάχα με τη βίαιη ανατροπή όλων των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων. Ας τρέμουν οι  άρχουσες  τάξεις  μπρος  σε  μια  Κομμουνιστική  επανάσταση. 

Οι  προλετάριοι  δεν  έχουν  να  χάσουν παρά τις αλυσίδες τους. Έχουν να κερδίσουν έναν κόσμο ολόκληρο».  Οι  άρχουσες  τάξεις  πράγματι  έτρεμαν  και  έβλεπαν  παντού  την  απειλή  του  κομμουνισμού.  Και  οι  φόβοι  τους  δεν  ήταν  αβάσιμοι.  Στα  χυτήρια  μετάλλου  της  Γαλλίας  οι  εργάτες  τραγουδούσαν επαναστατικά τραγούδια που συνόδευαν με τους χτύπους της σφύρας, ενώ  ο Γερμανός ρομαντικός ποιητής Χάινριχ Χάινε, που περιόδευε στα εργοστάσια, ανέφερε ότι  «είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι της ευγενούς κοινωνικής μας υπόστασης δεν μπορούν να  αντιληφθούν το δαιμονικό μοτίβο που διατρέχει αυτά τα τραγούδια».

Όμως, παρά το προσκλητήριο σάλπισμα του Μανιφέστου, το δαιμονικό μοτίβο δεν ήταν το  κάλεσμα για την κομμουνιστική επανάσταση αλλά μια κραυγή που έβγαινε από τη στέρηση  και  την  απόγνωση.  Γιατί  όλη  η  Ευρώπη  βρισκόταν  υπό  τον  έλεγχο  αντιδραστικών  δυνάμεων,  τόσο  που,  σε  σύγκριση,  οι  συνθήκες  στην  Αγγλία  ήταν  σαφώς  ειδυλλιακές.  Ο  John  Stuart  Mill  περιέγραφε  την  κυβέρνηση  της  Γαλλίας  ως  «παντελώς  στερημένη  του  πνεύματος βελτίωσης και… διαμορφωμένη σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τα πιο μοχθηρά  και  εγωιστικά  ορμέμφυτα  της  ανθρωπότητας»  ‐  και  βέβαια  οι  Γάλλοι  δεν  είχαν  το  μονοπώλιο  αυτής  της  αμφίβολης  τιμής.  Όσο  για  τη  Γερμανία,  βρισκόμασταν  ήδη  στην  τέταρτη  δεκαετία  του  19ου  αιώνα  και  η  Πρωσία  δεν  είχε  ακόμα  κοινοβούλιο,  ούτε  ελευθερία  λόγου  ή  δικαίωμα  του  συνέρχεσθαι,  ούτε  ελευθερία  του  τύπου  ή  ορκωτά  δικαστήρια, και καμία ανεκτικότητα απέναντι σε ιδέες που απείχαν, έστω και ελάχιστα, από  την  απαρχαιωμένη  αντίληψη  για  την  «ελέω  θεού»  βασιλική  εξουσία.  Η  Ιταλία  ήταν  ένα  συνονθύλευμα  από  αναχρονιστικά  πριγκιπάτα.  Και  η  Ρωσία  υπό  τον  τσάρο  Νικόλαο  Α’  (παρά  την  επίσκεψή  του  στο  Νιου  Λάναρκ  του  Robert  Owen)  χαρακτηριζόταν  από  τον  ιστορικό de Τόκεβιλ ως «η ακρογωνιαία λίθος του δεσποτισμού στην Ευρώπη». 

Αν αυτή η απόγνωση μπορούσε να διοχετευθεί στην κατάλληλη κατεύθυνση, το δαιμονικό μοτίβο  θα  μπορούσε  πραγματικά  να  γίνει  επαναστατικό.  Ωστόσο,  οι  εξεγέρσεις  ήταν  αυθόρμητες,  απειθάρχητες  και  χωρίς  συγκεκριμένο  στόχο.  Πέτυχαν  κάποιες  νίκες  στην  αρχή,  και  μετά,  ενώ  αναρωτιόνταν  ποια  θα  ήταν  τα  επόμενα  βήματα,  η  παλαιά  τάξη  ανέκτησε  για  τα  καλά  τις  θέσεις  της.  Η  επαναστατική  ζέση  καταλάγιασε,  και  εκεί  που  δεν  καταλάγιασε  από  μόνη  της,  συνετρίβη  ανηλεώς.  Με  τίμημα  δεκάδες  χιλιάδες  ζωές,  ο  παρισινός  όχλος  κατατροπώθηκε  απ’  την  Εθνοφρουρά  και  ο  Λουδοβίκος  Ναπολέων  ανέλαβε  την  εξουσία,  αντικαθιστώντας  σύντομα  τη  Δεύτερη  Δημοκρατία  με  τη  Δεύτερη  Αυτοκρατορία. Στο Βέλγιο, η χώρα αποφάσισε ότι ήταν καλύτερα να ζητήσει τελικά από το  βασιλιά  να  μείνει,  κι  αυτός  ανταποκρίθηκε  στην  τιμή  με  την  κατάργηση  του  δικαιώματος  του συνέρχεσθαι.

Στη Βιέννη και την Ουγγαρία τα πλήθη εκδιώχθηκαν με τα κανόνια από τα  οχυρώματά τους, και στη Γερμανία μια συνταγματική συνέλευση που συζητούσε θαρραλέα  το ζήτημα της κατάργησης της βασιλείας παρεκτράπηκε σε φατριαστικούς διαπληκτισμούς  και  διαλύθηκε  άδοξα  παραδίδοντας  την  εξουσία  στον  Φρειδερίκο  Γουλιέλμο  Δ’  της  Πρωσίας.  Σε  μια  ακόμα  πιο  ατιμωτική  εξέλιξη,  ο  μονάρχης  δήλωσε  ότι  δεν  σκόπευε  να  δεχτεί στέμμα που θα του προσφερόταν από τα χέρια κοινών θνητών.  Η  επανάσταση  είχε  πάρει  τέλος.  Ήταν  βίαιη,  αιματηρή  και  ατελέσφορη.  Κάποια  νέα  πρόσωπα  εμφανίστηκαν  στο  ευρωπαϊκό  προσκήνιο,  αλλά  οι  πολιτικές  ήταν  λίγο  πολύ  οι  ίδιες.  Ωστόσο,  μια  μικρή  ομάδα  ηγετών  της  εργατικής  τάξης,  οι  οποίοι  μόλις  είχαν  ιδρύσει  την  Ένωση των Κομουνιστών, δεν είχε κανένα λόγο να νιώθει απελπισία.

Η αλήθεια ήταν ότι η  επανάσταση για την οποία έτρεφαν μεγάλες ελπίδες, είχε εκφυλιστεί και τα ριζοσπαστικά  κινήματα  σε  διάφορα  σημεία  της  Ευρώπης  βρίσκονταν  υπό  απηνή  δίωξη!  Παρ’  όλα  αυτά,  μπορούσαν  να  παρακολουθούν  τις  εξελίξεις  με  κάποια  αταραξία  αφού,  (σύμφωνα  με  την  προσωπική τους αντίληψη της ιστορίας, οι εξεγέρσεις του 1848 δεν ήταν παρά μια μικρής  κλίμακας πρόβα τζενεράλε μιας υπερπαραγωγής προγραμματισμένης για το μέλλον και, για  την τελική επιτυχία αυτού του υπερθεάματος, δεν υπήρχε καμιά απολύτως αμφιβολία.  Η  Ένωση  είχε  μόλις  δημοσιεύσει  ένα  κείμενο  με  τις  βασικές  αρχές  της,  το  οποίο  ονόμασε  «Το  Κομμουνιστικό  Μανιφέστο». 

Παρ’  όλα  τα  συνθήματα  και  τις  δριμύτατες  διατυπώσεις  του, το Μανιφέστο δεν είχε γραφτεί μονάχα για να διεγείρει τα επαναστατικά αισθήματα ή  να προσθέσει άλλη μια φωνή διαμαρτυρίας στις κραυγές των εξεγερμένων που ακούγονταν  από  παντού.  Το  Μανιφέστο  είχε  θέσει  διαφορετικό  στόχο:  μια  φιλοσοφία  της  ιστορίας  σύμφωνα με την οποία μια κομμουνιστική επανάσταση δεν ήταν μόνο επιθυμητή αλλά και  αποδεδειγμένα αναπόφευκτη. Αντίθετα από τους Ουτοπιστές, οι οποίοι επίσης ήθελαν να  αναδιοργανώσουν  την  κοινωνία  σύμφωνα  με  τις  επιθυμίες  τους,  οι  Κομμουνιστές  δεν  απευθύνεται στο θυμικό των ανθρώπων ή στη ροπή τους να κυνηγούν χίμαιρες.

Αντίθετα,  προσέφεραν στους ανθρώπους την ευκαιρία να επενδύσουν τις ελπίδες τους σ’ ένα αστέρι  και να παρακολουθήσουν αυτό το αστέρι να κινείται ακάθεκτα απ’ τη μια στην άλλη άκρη  του  ιστορικού  ζωδιακού  κύκλου.  Δεν  υπήρχε  πια  μια  αναμέτρηση  στην  οποία  η  μια  ή  η  άλλη  πλευρά  θα  έπρεπε  να  κερδίσει  για  ηθικούς  ή  συναισθηματικούς  λόγους  ή  επειδή  η  υφιστάμενη  τάξη  πραγμάτων  θεωρούνταν  απαράδεκτη.  Αντ’  αυτής  υπήρχε  μια  ψυχρή  ανάλυση  του  ποια  απ’  τις  δύο  πλευρές  θα  κέρδιζε  σίγουρα  και,  αφού  αυτή  η  πλευρά  θα  ήταν το προλεταριάτο, οι ηγέτες του δεν είχαν παρά να περιμένουν. Σε τελική ανάλυση, δεν  υπήρχε περίπτωση να χάσουν.  Το  Μανιφέστο  ήταν  ένα  πρόγραμμα  γραμμένο  για  το  μέλλον.  Αλλά  ένα  πράγμα  θα  προξενούσε έκπληξη στους συγγραφείς του. Ήταν διατεθειμένοι να περιμένουν ‐ αλλά όχι  για  εβδομήντα  χρόνια.  Ήδη  ανίχνευαν  την  Ευρώπη  για  το  μέρος  που  ήταν  το  πιο  πιθανό  εκκολαπτήριο της επανάστασης. Και ούτε μια φορά δεν έστρεψαν το βλέμμα τους προς τη Ρωσία.

Το  Μανιφέστο,  όπως  όλοι  γνωρίζουν,  ήταν  το  πνευματικό  τέκνο  εκείνης  της  οργισμένης  ιδιοφυΐας, του Karl Marx. Για την ακρίβεια, ήταν το αποτέλεσμα της συνεργασίας του ίδιου  και  του  αξιόλογου  συνεργάτη,  συμπατριώτη,  υποστηρικτή  και  συναδέλφου  του,  του  Φρίντριχ Engels.  Ήταν  άνδρες  ενδιαφέροντες  και,  βεβαίως,  εξαιρετικά  σημαντικοί.  Το  πρόβλημα  είναι  ότι  πολύ  γρήγορα  έπαψαν  να  είναι  απλοί  άνδρες  και  έγιναν  σύμβολα.  Τουλάχιστο  μέχρι  τη  διάλυση  της  Σοβιετικής  Ένωσης,  ο  Marx  θεωρούνταν  ευρύτατα  κάτι  αντίστοιχο  με  τους  μεγάλους  θρησκευτικούς  ηγέτες,  δίπλα  στον  Χριστό  και  τον  Μωάμεθ,  ενώ  ο  Engels  ήταν  κάτι  αντίστοιχο  του  Απόστολου  Παύλου  ή  του  Ευαγγελιστή  Ιωάννη.  Στο  Ινστιτούτο  Marx‐ Engels  της  Μόσχας  οι  μελετητές  ανέλυαν  τα  έργα  τους  με  την  ειδωλολατρική  προσήλωση  που  στα  γειτονικά  αντιθρησκευτικά  μουσεία  αποτελούσε  αντικείμενο  χλευασμού. 

Αλλά,  ενώ στη σταλινική Ρωσία και, σε μικρότερο βαθμό, στην Κίνα του Μάο ο  Marx και  Engels  είχαν  αγιοποιηθεί,  σε  ολόκληρο  σχεδόν  τον  υπόλοιπο  κόσμο  θεωρούνταν  όργανα  του  σατανά.  Δεν τους αξίζει ούτε η μια ούτε η άλλη μεταχείριση, γιατί ούτε δαίμονες ήταν ούτε άγιοι.  Και  το  έργο  τους  δεν  είναι  ούτε  ευαγγέλιο  ούτε  ανάθεμα.  Ανήκει  στη  μακρά  σειρά  απόψεων  για  την  οικονομία  που  διαδοχικά  αποσαφήνισαν,  φώτισαν  και  ερμήνευσαν  τον  κόσμο  για  λογαριασμό  μας  και,  όπως  όλα  τα  άλλα  μεγάλα  έργα  στα  ράφια  μας,  δεν  στερείται  λαθών.  Ο  κόσμος  ασχολήθηκε  με  τον  Επαναστάτη  Marx.  Αλλά  ακόμα  κι  αν  δεν  είχε  υπάρξει  ο  Marx,  θα  υπήρχαν  άλλοι  Σοσιαλιστές  και  άλλοι  προφήτες  μιας  νέας  κοινωνίας.

Η πραγματική και διαρκής απήχηση του Marx και του Engels βρίσκεται όχι στην  επαναστατική  τους  δραστηριότητα,  που  δεν  υπήρξε  άλλωστε  και  τόσο  καρποφόρα  στη  διάρκεια της δικής τους ζωής. Αυτό που θα πρέπει να απασχολήσει τον καπιταλισμό είναι  εν τέλει το όραμα του Πολιτικού Οικονομολόγου  Marx.  Διότι η σφραγίδα  που έβαλε  στην  ιστορία ήταν η πρόβλεψή του για την αναπόφευκτη κατάρρευση του καπιταλισμού. Πάνω  σ’ αυτή την πρόβλεψη έχτισε το οικοδόμημά του ο κομμουνισμός, αγνοώντας τις δικές του  αδυναμίες. Αλλά ας στρέψουμε εδώ το βλέμμα μας στους δύο άνδρες.146  Στην  εμφάνιση  διέφεραν  περίπου  σαν  τη  μέρα  με  τη  νύχτα.  Ο  Marx  είχε  την  εμφάνιση  επαναστάτη.  Τα  παιδιά  του  τον  φώναξαν  «ο  Μαυριτανός»,  επειδή  ήταν  μελαψός,  με  βαθουλωτά, αστραφτερά μάτια. Ήταν κοντός και γεροδεμένος, με σκυθρωπή έκφραση και  μια τεράστια γενειάδα. Δεν ήταν άνθρωπος που αγαπούσε την τάξη: το σπίτι του ήταν μια  σκονισμένη μάζα χαρτιών σωριασμένων σε άτακτες στοίβες, και ανάμεσα τους περπατούσε  ο  ίδιος  ο  Marx,  ατημέλητος  και  περιβεβλημένος  από  ένα  σύννεφο  καπνού  που  έκανε  τα  μάτια  να  τσούζουν.  Ο  Engels,  από  την  άλλη,  εύκολα  θα  περνούσε  σαν  μέλος  της  μισητής  μπουρζουαζίας:  ψηλός,  ξανθός  και  αρκετά  κομψός,  έδειχνε  ότι  είναι  ανθρωπος  που  του  αρέσει  η  ξιφασκία  και  το  κυνήγι  της  αλεπούς  και  που  είχε  κάποτε  κολυμπήσει  τέσσερις  φορές, χωρίς διακοπή, από τη μια στην άλλη όχθη του ποταμού Βέσερ.  Δεν διέφεραν μόνο στην εμφάνιση, αλλά και οι χαρακτήρες τους ήταν διαμετρικά αντίθετοι.  Ο Engels ήταν αλέγρος και οξυδερκής, προικισμένος με γρήγορη και ευέλικτη σκέψη.

Όπως έλεγαν,  μπορούσε  να  μιλήσει  σπαστά  σε  20  διαφορετικές  γλώσσες.  Αγαπούσε  τις  μικροαπολαύσεις  της  ζωής  των  αστών,  και  ανάμεσά  τους  το  καλό  κρασί,  και  είναι  διασκεδαστικό  ότι,  ενώ  επέλεγε  τις  ερωμένες  του  από  το  προλεταριάτο,  αφιέρωσε  πολύ  χρόνο προσπαθώντας να αποδείξει, με τρόπο ρομαντικό αν και όχι αποτελεσματικό, ότι η  ερωμένη  του  Μαίρη  Μπερνς  (κι  αργότερα,  μετά  το  θάνατό  της,  η  αδελφή  της  Λίζι)  κατάγονταν από τον Σκοτσέζο ποιητή, παρότι η καταγωγή τους ήταν λαϊκή.  Ο  Marx  ήταν  πολύ  πιο  δυσκίνητος.  Ήταν  ο  αντιπροσωπευτικός  τύπος  Γερμανού  διανοουμένου  ‐  αργός,  λεπτολόγος  και  σχολαστικά,  μέχρι  αηδίας,  τελειομανής.  Ο  Engels  μπορούσε να ξεπετάξει μια ολόκληρη πραγματεία  σε χρόνο μηδέν.

Ο  Marx θα της έβγαζε  την πίστη. Το μόνο που φαινόταν να δυσκολεύει τον Engels ήταν η αραβική γλώσσα με τις  4.000 ρίζες ρημάτων. Ο Marx, μετά από είκοσι χρόνια εξάσκησης, εξακολουθούσε να μιλά  τα  αγγλικά  με  απαίσια  γερμανική  προφορά.  Όταν  γράφει  για  το  φοβερό  «τσοκ»  που  του  προξένησαν τα γεγονότα, σχεδόν μπορούμε να τον φανταστούμε να μιλά. Αλλά, παρότι πιο  δυσκίνητος, ο Marx ήταν το πιο γερό μιυαλό. Εκεί που ο Engels πρόσφερε το εύρος και το  σφρίγος, ο Marx έδινε το βάθος.  Η  συνεργασία  τους  αρχίζει  το  1844  στο  Παρίσι,  όπου  συναντιόνταν  για  δεύτερη  φορά. 

Ο  Engels είχε πάει απλώς για να επισκεφτεί τον Marx αλλά είχαν να πουν τόσο πολλά που η  συνομιλία  τους  κράτησε  δέκα  ημέρες.  Μετά  από  εκείνη  τη  συνάντηση,  ελάχιστα  είναι  τα  πράγματα  που  έγραψε  ο  ένας  χωρίς  να  τα  διορθώσει  ή  να  τα  ξαναγράψει  ο  άλλος  ή  τουλάχιστον να τα συζητήσει μαζί του. Η αλληλογραφία τους γεμίζει πολλούς τόμους.  Ακολούθησαν πολύ διαφορετικούς δρόμους για να φτάσουν στο σημείο συνάντησής τους  στο  Παρίσι.

Ο  Engels  ήταν  γιος  ενός  ευσεβούς  και  στενοκέφαλου  καλβινιστή  βιομηχάνου  της  Ρηνανίας.  Όταν  ο  Φρίντριχ  έδειξε  σε  νεαρή  ηλικία  μια  ακατανόητη  για  τους  άλλους  αγάπη  για  την  ποίηση,  ο  πατέρας  του  τον  έστειλε  άρον  άρον  στη  Βρέμη  να  διδαχτεί  το  εξαγωγικό εμπόριο και να μείνει με έναν κληρικό: για τον Κάσπαρ Engels, η θρησκεία και η  κερδοφόρα  εργασία  ήταν  η  καλύτερη  θεραπεία  για  μια  ρομαντική  ψυχή.  Ο  Engels  αφοσιώθηκε ευσυνείδητα στις επιχειρήσεις αλλά οτιδήποτε έβλεπε χρωματιζόταν από μια  επαναστατημένη προσωπικότητα που ήταν ασύμβατη με τα άκαμπτα πρότυπα του πατέρα  του.  Κατέβαινε  στις  αποβάθρες  για  δουλειές,  αλλά  το  παρατηρητικό  του  μάτι  δεν  σταματούσε  στις  καμπίνες  της  πρώτης  θέσης  «από  χρυσοποίκιλτο  μαόνι»147  αλλά  προχωρούσε και στις καμπίνες της τρίτης θέσης, όπου οι επιβάτες «στριμώχνονταν ο ένας  δίπλα στον άλλο σαν τις πλάκες του οδοστρώματος».

Άρχισε να διαβάζει τη ριζοσπαστική  βιβλιογραφία  των  ημερών  και,  στα  22  χρόνια  του,  είχε  πια  ασπασθεί  τα  ιδεώδη  του  «κομμουνισμού» ‐ μια λέξη που τότε δεν είχε ακόμα σαφές νόημα πέρα από την απόρριψη  της  ατομικής  ιδιοκτησίας  ως  μέσου  οργάνωσης  της  οικονομικής  προσπάθειας  της  κοινωνίας.  Στη  συνέχεια  πήγε  στο  Μάντσεστερ  για  να  δουλέψει  στο  υφαντουργείο  που  είχε  εκεί  ο  πατέρας  του.  Το  Μάντσεστερ,  όπως  και  τα  πλοία  στη  Βρέμη,  ήταν  για  τον  Engels  μια  βιτρίνα.  Υπήρχαν  όμορφοι  δρόμοι  με  καταστήματα  και,  γύρω  από  την  πόλη,  προάστια  με  ωραίες  βίλες.  Αλλά  υπήρχε  κι  ένα  άλλο  Μάντσεστερ.  Ήταν  κρυμμένο  πίσω  από  το  πρώτο  και  χτισμένο  έτσι  που  να  μην  αναγκάζονται  να  το  βλέπουν  οι  εργοστασιάρχες,  καθώς  πήγαιναν στα γραφεία τους. Στέγαζε έναν πληθυσμό σε μαρασμό, ανθρώπους που ζούσαν  μες  στη  βρόμα  και  την  απελπισία,  που  έβρισκαν  καταφύγιο  στο  τζιν  και  το  κήρυγμα  του  Ευαγγελίου, και που αναισθητοποιούνταν με λάβδανο οι ίδιοι και τα παιδιά τους απέναντι  σε μια ζωή κτηνώδη, χωρίς ελπίδα.

Ο Engels είχε δει παρόμοιες συνθήκες στις βιομηχανικές  πόλεις της Ρηνανίας αλλά τώρα άρχισε να εξερευνά το Μάντσεστερ μέχρι που γνώριζε και  το τελευταίο χαμόσπιτο και την τελευταία τρώγλη. Τα ευρήματά του έμελλε να τα εκθέσει στην πιο φρικιαστική ετυμηγορία για τις βιομηχανικές φτωχογειτονιές που είχε δει ποτέ το  φως  της  δημοσιότητας:  Η  κατάσταση  της  εργατικής  τάξης  στην  Αγγλία  το  1844  (The  Condition of the Working Class in England in 1844). Κάποτε μιλούσε για την αθλιότητα του  μέρους  σ’  έναν  αριστοκράτη  φίλο  του  παρατηρώντας  ότι  ποτέ  δεν  είχε  δει  τόσο  «κακοχτισμένη  πόλη».  Ο  φίλος  του  τον  άκουσε  προσεχτικά  και  μετά  είπε:  «Και  όμως  βγαίνουν πολλά λεφτά εδώ. Καλημέρα σας, κύριε».

Πλέον  αφιέρωνε  το  χρόνο  του  στο  γράψιμο  ‐έγραφε  πραγματείες  για  ν’  αποδείξει  ότι  οι  μεγάλοι  Άγγλοι  οικονομολόγοι  δεν  ήταν  παρά  απολογητές  της  κρατούσας  τάξης  πραγμάτων‐ και μια απ’ τις εργασίες του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση σ’ έναν νεαρό ονόματι  Karl  Marx,  ο  οποίος  τότε  είχε  την  επιμέλεια  ενός  ριζοσπαστικού  φιλοσοφικού  περιοδικού  στο Παρίσι.  Αντίθετα  από  τον  Engels,  ο  Marx  ήταν  γόνος  μιας  φιλελεύθερης,  ίσως  ακόμα  και  ριζοσπαστικής,  οικογένειας.  Γεννήθηκε  το  1818  στο  Τρίερ  της  Γερμανίας  και  ήταν  ο  δευτερότοκος  γιος  μιας  εύπορης  εβραϊκής  οικογένειας  που  λίγο  αργότερα  ασπάσθηκε  το  Χριστιανισμό  για  να  μπορεί  ο  δικηγόρος  Heinrich  Marx  να  ασκεί  το  επάγγελμά  του  χωρίς  περιορισμούς.

Ο Heinrich Marx ήταν ένας ευυπόληπτος άνδρας και μάλιστα είχε πάρει τον  τιμητικό τίτλο Justizrat που απένεμαν σε διακεκριμένους νομικούς, αλλά στις μέρες του είχε  διατελέσει  μέλος  παράνομων  λεσχών  συνεστιάσεων  όπου  έκαναν  προπόσεις  υπέρ  μιας  αβασίλευτης  δημοκρατικής  Γερμανίας  και  είχε  μεγαλώσει  το  μικρό  του  γιο  με  δίαιτα  από  Βολτέρο, John Λοκ και Ντιντερό.  Ο  Heinrich  Marx  ήλπιζε  ότι  ο  γιος  του  θα  σπούδαζε  νομικά,  αλλά  στα  πανεπιστήμια  της  Βόννης  και  του  Βερολίνου  ο  νεαρός  Marx  παρασύρθηκε  στη  δίνη  των  φιλοσοφικών  συζητήσεων  εκείνων  των  ημερών. 

Ο  φιλόσοφος  Χέγκελ  είχε  καταθέσει  ένα  επαναστατικό  θεώρημα  και  τα  συντηρητικά  πανεπιστήμια  της  Γερμανίας  διχάστηκαν  στην  υποδοχή  που  του  επιφύλαξαν.  Σύμφωνα  με  τον  Χέγκελ,  η  αλλαγή  είναι  ο  κανόνας  της  ζωής.  Κάθε  ιδέα,  κάθε  δύναμη  αναπόδραστα  εκτρέφει  το  αντίθετό  της,  και  τα  δύο  μαζί  συγχωνεύονται  σε  μία  «ενότητα»  που  με  τη  σειρά  της  δημιουργεί  τη  δική  της  αντίφαση.  Έτσι  και  η  ιστορία,  έλεγε  ο  Χέγκελ,  δεν  είναι  παρά  η  έκφραση  αυτής  της  αέναης  κίνησης  αντιτιθέμενων  και  συντιθέμενων  ιδεών  και  δυνάμεων. 

Η  αλλαγή  ‐η  διαλεκτική  αλλαγή‐  είναι  εγγενής  στις  ανθρώπινες  υποθέσεις.  Με  μία  εξαίρεση:  όταν  έφταναν  στο  Πρωσικό  κράτος,  οι  κανόνες  έπαυαν να ισχύουν. Η κυβέρνηση της Πρωσίας, έλεγε ο Χέγκελ, ήταν σαν «ένας αληθής επί  γης θεός».149  Όλα αυτά αποτέλεσαν ισχυρό ερέθισμα για τον νεαρό φοιτητή. Ο Marx προσχώρησε σε μια  ομάδα  νεαρών  διανοουμένων,  γνωστών  με  το  όνομα  Νέοι  Χεγκελιανοί,  οι  οποίοι  συζητούσαν τολμηρά θέματα όπως τον αθεϊσμό και τον καθαρά θεωρητικό κομμουνισμό στα  πλαίσια της χεγκελιανής διαλεκτικής. Αποφάσισε να γίνει κι αυτός φιλόσοφος. Και ίσως να  γινόταν αν δεν παρενέβαινε εκείνο το κράτος‐θεός. Ο αγαπημένος καθηγητής του Marx, ο  Μπρούνο  Μπάουερ,  που  επιδίωκε  να  του  εξασφαλίσει  μια  θέση  στο  Πανεπιστήμιο  της  Βόννης,  απολύθηκε  για  φιλοσυνταγματικές  και  αντιθρησκευτικές  πεποιθήσεις  (οι  πρώτες  προφανώς θεωρούνταν εξίσου αξιόποινες με τις δεύτερες) και για τον νεαρό δόκτορα Marx  η ακαδημαϊκή καριέρα έγινε αδύνατη.

Αντ’ αυτής στράφηκε στη δημοσιογραφία. Η Εφημερίδα του Ρήνου (Rheinische Zeitung), μια  μικρή μεσοαστική φιλελεύθερη εφημερίδα στην οποία συχνά αρθρογραφούσε, του ζήτησε  να  γίνει  ο  αρχισυντάκτης  της.  Δέχτηκε  και  έμεινε  στη  θέση  αυτή  για  πέντε  ολόκληρους  μήνες.  Ο  Marx  ήταν  τότε  ριζοσπάστης  αλλά  ο  ριζοσπαστισμός  του  ήταν  μάλλον  φιλοσοφικής παρά πολιτικής χροιάς. Όταν πήγε να τον πρωτοεπισκεφτεί ο Engels με κάθε σεβασμό, ο Marx αποδοκίμασε τον ενθουσιώδη νέο που εμφορούνταν από κομμουνιστικές  απόψεις  ενώ,  όταν  οι  άλλοι  κατήγγειλαν  τον  Marx  ως  κομμουνιστή,  έδινε  σιβυλλικές  απαντήσεις:  «Δεν  γνωρίζω  τον  κομμουνισμό»,  έλεγε,  «αλλά  μια  κοινωνική  φιλοσοφία  που  έχει  σκοπό  της  την  προστασία  των  καταπιεσμένων  δεν  μπορεί  να  καταδικάζεται  αβασάνιστα». 

Παρ’  όλες  τις  αποκηρύξεις  του,  τα  άρθρα  του  δεν  μπορούσαν  να  γίνουν  ανεκτά  από  τις  αρχές.  Στηλίτευσε  ένα  νόμο  που  θα  απαγόρευε  στους  χωρικούς  να  ασκήσουν το πατροπαράδοτο δικαίωμά τους να μαζεύουν τα ξερόκλαδα από τα δάση και  δέχτηκε  την  επίπληξη  των  αρχών.  Έγραψε  άρθρα  αποδοκιμάζοντας  τα  στεγαστικά  προβλήματα  και  δέχτηκε  την  προειδοποίηση  των  αρχών.  Έφτασε  στο  σημείο  να  κάνει  μερικά  απαξιωτικά  σχόλια  για  τον  Τσάρο  της  Ρωσίας,  οπότε  οι  αρχές  απαγόρευσαν  την  κυκλοφορία της εφημερίδας.  Ο Marx πήγε τότε στο Παρίσι για να αναλάβει την αρχισυνταξία ενός άλλου ριζοσπαστικού  εντύπου,  που  αποδείχτηκε  εξίσου  βραχύβιο  με  την  εφημερίδα. 

Ήδη,  όμως,  τα  ενδιαφέροντά του στρέφονταν στο χώρο της πολιτικής και της οικονομίας. Η απροκάλυπτη  ιδιοτέλεια  της  πρωσικής  κυβέρνησης,  η  αδυσώπητη  αντίσταση  της  γερμανικής  μπουρζουαζίας προς οτιδήποτε θα μπορούσε να ελαφρύνει την κατάσταση των Γερμανών  εργαζομένων, οι σχεδόν γελοίες αντιδραστικές στάσεις των πλουσίων και των κρατούντων  στην Ευρώπη ‐όλα αυτά είχαν γίνει ένα σύμφυρμα στο μυαλό από το οποίο θα ξεπηδούσε  μια  νέα  φιλοσοφία  της  ιστορίας.  Και  όταν  τον  επισκέφτηκε  ο  Engels  και  ανακάλυψαν  την  ισχυρή ταύτιση των  ενδιαφερόντων τους, η φιλοσοφία αυτή άρχισε να παίρνει  σχήμα  και  μορφή.

Η  φιλοσοφία  τους  ονομάζεται  συχνά  διαλεκτικός  υλισμός:  «διαλεκτικός»  επειδή  ενσωματώνει  την  ιδέα  του  Χέγκελ  για  την  εγγενή  αλλαγή  και  «υλισμός»  επειδή  βασίζεται  όχι  στον  κόσμο  των  ιδεών  αλλά  στο  κοινωνικό  και  φυσικό  περιβάλλον.  «Η  υλιστική  αντίληψη  της  ιστορίας»150,  έγραφε  ο  Engels  πολλά  χρόνια  αργότερα  σε  μια  περίφημη  διακήρυξη  με  τίτλο  Anti‐Dühring  επειδή  καταφερόταν  εναντίον  του  Γερμανού  καθηγητή  Ευγένιου  Dühring,  «ξεκινά  από  την  αρχή  ότι  η  παραγωγή,  και  με  την  παραγωγή  η  ανταλλαγή των προϊόντων της, αποτελεί τη βάση κάθε κοινωνικής τάξης πραγμάτων ότι σε  κάθε κοινωνία που έχει εμφανιστεί στην ιστορία η διανομή των προϊόντων, και μαζί μ’ αυτή  η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις και εξουσίες, καθορίζεται από το τι παράγεται, το πώς  παράγεται, και το πώς το προϊόν ανταλλάσσεται. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, τα τελικά  αίτια κάθε κοινωνικής αλλαγής και πολιτικής επανάστασης πρέπει να αναζητηθούν, όχι στα  μυαλά των ανθρώπων, στην αυξανόμενη κατανόηση της αιώνιας αλήθειας και δικαιοσύνης  αλλά, στις αλλαγές στον τρόπο παραγωγής και ανταλλαγής∙ πρέπει να αναζητηθούν, όχι στη  φιλοσοφία αλλά, στους οικονομικούς όρους της εκάστοτε εποχής».  Η  επιχειρηματολογία  είναι  ακαταμάχητη.  Κάθε  κοινωνία,  λέει  ο  Marx,  οικοδομείται  πάνω  σε  μια  οικονομική  βάση  ‐  τη  σκληρή  πραγματικότητα  όπου  οι  άνθρωποι  αναγκάζονται  να  οργανώσουν τις δραστηριότητές τους για να ντυθούν, να τραφούν και να στεγαστούν.

Αυτή  η  οργάνωση  μπορεί  να  διαφέρει  ριζικά  από  τη  μια  κοινωνία  στην  άλλη  και  από  τη  μια  εποχή  στην  άλλη.  Μπορεί  να  είναι  ποιμενική  ή  κυνηγετική  ή  οργανωμένη  σε  βιοτεχνικές  μονάδες  ή  δομημένη  σε  ένα  σύνθετο  βιομηχανικό  σύνολο.  Ωστόσο,  όποια  κι  αν  είναι  η  μορφή με την οποία οι άνθρωποι λύνουν το βασικό οικονομικό τους πρόβλημα, η κοινωνία  θα  απαιτεί  ένα  «εποικοδόμημα»  μη  οικονομικής  δραστηριότητας  και  σκέψης  ‐  θα  πρέπει  να  συνέχεται  από  νόμους,  να  επιβλέπεται  από  μια  κυβέρνηση  και  να  εμπνέεται  από  θρησκεία και φιλοσοφία.

Ωστόσο, το εποικοδόμημα της σκέψης δεν επιλέγεται στην τύχη. Πρέπει να αντικατοπτρίζει  το θεμέλιο πάνω στο οποίο υψώνεται. Καμιά κοινωνία κυνηγών δεν θα ανέπτυσσε ούτε θα  χρησιμοποιούσε  το  νομικό  πλαίσιο  μιας  βιομηχανικής  κοινωνίας  και,  αντίστοιχα,  καμιά  βιομηχανική κοινωνία δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την αντίληψη ενός πρωτόγονου  χωριού για την έννομη τάξη και την κυβέρνηση. Σημειωτέον ότι το δόγμα του υλισμού δεν  απορρίπτει την καταλυτική λειτουργία και δημιουργικότητα των ιδεών. Απλώς υποστηρίζει  ότι οι απόψεις και οι ιδέες είναι προϊόν του περιβάλλοντος ακόμοι κι όταν αποσκοπούν ν’  αλλάξουν το περιβάλλον.  Από  μόνος  του  ο  υλισμός  θα  υποβάθμιζε  τις  ιδέες  σε  απλά  παθητικά  συμπληρώματα  της  οικονομικής δραστηριότητας.

Ο Marx δεν ισχυρίστηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Η νέα θεωρία δεν  ήταν  μόνο  υλιστική  αλλά  και  διαλεκτική:  οραματιζόταν  την  αλλαγή,  τη  συνεχή  και  εγγενή  αλλαγή∙ και σ’ αυτή την αέναη αλλαγή οι ιδέες που πηγάζουν από μια περίοδο βοηθούν να  διαμορφώσουν  μιαν  άλλη.  «Οι  άνθρωποι  φτιάχνουν  την  ίδια  τους  την  ιστορία»,  υποστήριζε  ο  Marx  σχολιάζοντας  το  πραξικόπημα  του  Λουδοβίκου  Ναπολέοντα  το  1852,  «αλλά δεν τη φτιάχνουν έτσι όπως θα ήθελαν∙ δεν τη φτιάχνουν κάτω από περιστάσεις που  διαλέγουν  οι  ίδιοι,  αλλά  κάτω  από  περιστάσεις  που  βρίσκονται,  παραδίδονται  ή  μεταβιβάζονται κατευθείαν από το παρελθόν». 

Ωστόσο,  η  διαλεκτική  όψη  ‐η  εσωτερική  δυναμική‐  αυτής  της  θεωρίας  της  ιστορίας  δεν  εξαρτιόταν  μόνο  από  την  αλληλεπίδραση  ιδεών  και  κοινωνικών  δομών.  Υπήρχε  κι  άλλος  ένας,  πολύ  ισχυρότερος,  παράγοντας  εν  δράσει.  Ο  ίδιος  ο  οικονομικός  κόσμος  μεταβαλλόταν∙  το  ίδιο  το  θεμέλιο  πάνω  στο  οποίο  χτιζόταν  το  οικοδόμημα  των  ιδεών  βρισκόταν σε συνεχή κίνηση.  Για παράδειγμα, οι μεμονωμένες αγορές του Μεσαίωνα άρχισαν να διασυνδέονται υπό την  επίδραση  των  εξερευνήσεων  και  των  πολιτικών  ενοποιήσεων,  κι  ένας  νέος  εμπορικός  κόσμος  αναδύθηκε.  Υπό  την  ώθηση  των  εφευρέσεων,  η  χειρωνακτική  βιοτεχνία  αντικαταστάθηκε από το ατμοκίνητο εργοστάσιο κι εμφανίστηκε μια νέα μορφή κοινωνικής  οργάνωσης  που  ονομάστηκε  εργοστάσιο.  Και  στις  δύο  περιπτώσεις  το  προσδιοριστικό  πλαίσιο  της  ίδιας  της  οικονομικής  ζωής  άλλαξε  μορφή  και,  μ’  αυτή  την  αλλαγή,  έκανε  αναγκαία μια νέα κοινωνική προσαρμογή απ’ την κοινότητα με την οποία συνδεόταν. Όπως  έγραφε  ο  Marx:  «Η  χειρωνακτική  βιοτεχνία  μάς  δίνει  την  κοινωνία  με  το  φεουδάρχη,  το  ατμοκίνητο εργοστάσιο την κοινωνία με το βιομήχανο κεφαλαιοκράτη».152  Κι  από  τη  στιγμή  που  έγινε  αυτή  η  αλλαγή,  συνοδεύτηκε  από  μια  ολόκληρη  σειρά  συνεπειών.  Η  αγορά  και  το  εργοστάσιο  ήταν  ασύμβατα  με  το  φεουδαρχικό  τρόπο  ζωής  ‐  ακόμα κι αν γεννήθηκαν μέσα στα πλαίσιά του. Απαιτούσαν να συνοδεύονται από ένα νέο  πολιτιστικό  και  κοινωνικό  περιβάλλον.  Και  βοήθησαν  σ’  αυτό  το  δύσκολο  τοκετό  δημιουργώντας  τις  νέες  δικές  τους  κοινωνικές  τάξεις:  η  αγορά  εξέθρεψε  μια  νέα  τάξη  εμπόρων και το εργοστάσιο γέννησε το βιομηχανικό προλεταριάτο. 

Όμως  η  διαδικασία  κοινωνικής  αλλαγής  δεν  ήταν  απλώς  ζήτημα  νέων  εφευρέσεων  που  ασκούσαν πίεση στους παλαιούς θεσμούς: ήταν ένα ζήτημα αντικατάστασης των παλαιών  τάξεων από νέες. Διότι η κοινωνία, όπως έλεγε ο Marx, είναι οργανωμένη σε ταξικές δομές,  σύνολα  ατόμων  που  έχουν  κάποια  κοινή  σχέση  ‐ευνοϊκή  ή  μη‐  με  την  ισχύουσα  μορφή  παραγωγής.  Και  όλα  αυτά  απειλούνται  από  την  οικονομική  αλλαγή.  Καθώς  αλλάζουν  οι  οργανωτικές και τεχνικές δυνάμεις της παραγωγής ‐καθώς τα εργοστάσια καταστρέφουν τη  χειρωνακτική βιοτεχνία, για παράδειγμα‐ οι κοινωνικές σχέσεις της παραγωγής αλλάζουν κι  αυτές∙ αυτοί που βρίσκονται στην κορυφή μπορεί να ανακαλύψουν ότι χάνουν το έδαφος  κάτω  από  τα  πόδια  τους  ενώ  αυτοί  που  βρίσκονταν  στις  χαμηλότερες  θέσεις  μπορεί  να ανέβουν  ψηλότερα.  Είδαμε  μια  τέτοια  ανατροπή  της  σχετικής  θέσης  των  κοινωνικών  τάξεων στην Αγγλία των ημερών του Ricardo, όταν οι καπιταλιστές, ανεβασμένοι στο άρμα  της Βιομηχανικής Επανάστασης, απειλούσαν να υφαρπάξουν τα πατροπαράδοτα προνόμια  των γαιοκτημόνων. Έτσι  προκύπτουν  οι  συγκρούσεις. 

Οι  τάξεις  που  κινδυνεύουν  μάχονται  τις  τάξεις  που  αναβαθμίζονται  κοινωνικά:  ο  φεουδάρχης  μάχεται  τον  ανερχόμενο  έμπορο  και  ο  αρχισυντεχνίτης αντιμάχεται τον νέο καπιταλιστή.  Αλλά  η  ιστορική  διαδικασία  δεν  δίνει  σημασία  στις  προτιμήσεις  κανενός.  Σταδιακά  οι  συνθήκες αλλάζουν και, αργά αλλά σταθερά, οι κοινωνικές τάξεις ανακατατάσσονται. Μέσα  από αναβρασμό και αγωνία η κατανομή του πλούτου μεταβάλλεται. Κι έτσι η ιστορία είναι  ένα  πανόραμα  αδιάκοπης  πάλης  των  τάξεων  για  τη  διανομή  του  πλούτου  της  κοινωνίας.  Διότι, ενόσω αλλάζουν οι τεχνικές της κοινωνίας, κάθε υφιστάμενη κατανομή του πλούτου  παραμένει ευάλωτη στις επιθέσεις.  Τι  προοιωνιζόταν  αυτή  η  θεωρία  για  την  κοινωνία  στις  μέρες  του  Marx  και  του  Engels;  Έδειχνε  το  δρόμο  προς  την  επανάσταση  ‐  την  αναπόφευκτη  επανάσταση.  Γιατί  και  ο  καπιταλισμός,  σύμφωνα  με  αυτή  την  ανάλυση,  πρέπει  να  περιέχει  «δυνάμεις»  και  «σχέσεις»  παραγωγής  ‐  ένα  τεχνολογικό  και  οργανωτικό  θεμέλιο,  και  μια  αρχιτεκτονική  νόμων,  πολιτικών  δικαιωμάτων  και  ιδεολογίας.

Και  εφόσον  αναπτυσσόταν  η  τεχνολογική  του  βάση,  τότε  αναγκαστικά  το  εποικοδόμημά  του  πρέπει  να  υπόκειται  σε  αυξανόμενες  εντάσεις.  Αυτό  ακριβώς  ήταν  που  είδαν  ο  Marx  και  ο  Engels  στο  1848.  Η  οικονομική  βάση  του  καπιταλισμού  ‐το  στήριγμα  του  στην  πραγματικότητα‐  ήταν  η  βιομηχανική  παραγωγή.  Το  εποικοδόμημά  του  ήταν  το  σύστημα  ατομικής  ιδιοκτησίας,  στα  πλαίσια  του  οποίου  ένα  μέρος  της  παραγωγής  της  κοινωνίας  κατέληγε  στους  ιδιοκτήτες  των  τεχνολογικών  μέσων  παραγωγής. Η σύγκρουση προέκυπτε απ’ το γεγονός ότι η βάση του και το εποικοδόμημά  του ήταν ασύμβατα.  Γιατί ασύμβατα; Επειδή η βάση της βιομηχανικής παραγωγής ‐αυτή καθαυτή η κατασκευή  των  αγαθών‐  ήταν  μια  όλο  και  πιο  οργανωμένη,  εναρμονισμένη  και  αλληλοεξαρτώμενη  διαδικασία,  ενώ  το  εποικοδόμημα  της  ατομικής  ιδιοκτησίας  αποτελούσε  το  πλέον  ατομικιστικό  από  τα  κοινωνικά  συστήματα.  Γι’  αυτό  το  λόγο  το  εποικοδόμημα  και  η  βάση  συγκρούονταν: τα εργοστάσια απαιτούσαν κοινωνικό σχεδιασμό, και η ατομική ιδιοκτησία  τον απεχθανόταν∙ ο καπιταλισμός είχε γίνει τόσο περίπλοκος που χρειαζόταν κατεύθυνση,  αλλά οι καπιταλιστές επέμεναν σε μια ολέθρια ελευθερία κινήσεων.  Το  αποτέλεσμα  ήταν  διττό.  Κατά  πρώτον,  ο  καπιταλισμός  ήταν  καταδικασμένος,  αργά  ή  γρήγορα,  να  αυτοκαταστραφεί. 

Η  ασχεδίαστη  φύση  της  παραγωγής  θα  οδηγούσε  σε  συνεχή  αποδιοργάνωση  της  οικονομικής  δραστηριότητας  ‐  σε  κράσεις  και  κάμψεις  και  το  κοινωνικό  χάος  της  ύφεσης.  Το  σύστημα  ήταν  εξαιρετικά  πολύπλοκο,  συνεχώς  αποδιαρθρωνόταν,  έχανε  το  βήμα  του  και  κατέληγε  στην  υπερπαραγωγή  ενός  προϊόντος  και την υποπαραγωγή ενός άλλου.  Κατά  δεύτερο  λόγο,  ο  καπιταλισμός  πρέπει  άθελά  του  να  εκτρέφει  το  διάδοχό  του  σύστημα.  

Μέσα  στα  μεγάλα  εργοστάσιά  του  δεν  θα  δημιουργούσε  μόνο  την  τεχνολογική  βάση  του  σοσιαλισμού  ‐την  ορθολογικά  σχεδιασμένη  παραγωγή‐  αλλά  θα  δημιουργούσε  επίσης  μια  εκπαιδευμένη  και  πειθαρχημένη  τάξη  που  θα  αποτελούσε  το  φορέα  του  σοσιαλισμού  ‐το  δυσαρεστημένο  προλεταριάτο.

Μέσα  απ’  τη  δική  του  την  εσωτερική δυναμική,  ο  καπιταλισμός  θα  παρήγαγε  και  την  ίδια  του  την  πτώση  και  ταυτόχρονα  θα  εξέτρεφε τον ίδιο του τον εχθρό.  Επρόκειτο για μια βαθύτατα σημαντική και διορατική ανάγνωση της ιστορίας, όχι μόνο για  όσα προμηνυόταν για το μέλλον αλλά και για την όλη καινούρια οπτική που άνοιγε προς το  παρελθόν. Έχουμε εξοικειωθεί με την «οικονομική ερμηνεία» της ιστορίας και μπορούμε να  δεχτούμε  ασμένως  μια  επανεκτίμηση  του  παρελθόντος  που  να  αφορά,  ας  πούμε,  τον  αγώνα μεταξύ των ανερχόμενων εμπορικών τάξεων του 17ου αιώνα και της αριστοκρατίας  ευγενών και γαιοκτημόνων.

Αλλά για τον Marx και τον Engels, δεν επρόκειτο για μια απλή  άσκηση  επανερμηνείας  της  ιστορίας.  Η  διαλεκτική  οδηγούσε  στο  μέλλον,  και  αυτό  το  μέλλον,  όπως  αποκαλύπτεται  στο  Μανιφέστο,  υποδείκνυε  την  επανάσταση  ως  την  κατεύθυνση όπου κινείται ο καπιταλισμός. Με λόγια ζοφερά το Μανιφέστο διακήρυσσε: «Η  ανάπτυξη  της  σύγχρονης  βιομηχανίας…  υποσκάπτει  το  ίδιο  το  θεμέλιο  πάνω  στο  οποίο  η  αστική  τάξη  παράγει  και  ιδιοποιείται  τα  προϊόντα.  Άρα  αυτό  που  η  αστική  τάξη  παράγει,  πάνω  απ’  όλα,  είναι  οι  ίδιοι  οι  νεκροθάφτες  της. 

Η  πτώση  της  και  η  επικράτηση  του  προλεταριάτου είναι το ίδιο αναπόφευκτα».Το Μανιφέστο, με τη βροντώδη και αμείλικτη ερμηνεία του της ιστορίας, δεν γράφτηκε στο  Παρίσι. Η καριέρα του Marx σ’ αυτή την πόλη δεν κράτησε πολύ. Είχε την αρχισυνταξία ενός  καυστικού  ριζοσπαστικού  περιοδικού  και  για  άλλη  μια  φορά  έθιξε  τις  ευαισθησίες  της  πρωσικής  κυβέρνησης,  οπότε,  μετά  από  αίτημά  της,  απελάθηκε  και  από  την  πρωτεύουσα  της Γαλλίας. 

Από το 1843 είχε παντρευτεί την Τζένυ φον Βεστφάλεν, που έμενε στο διπλανό σπίτι όταν  ήταν παιδιά. Η Τζένυ ήταν κόρη ενός Πρώσου αριστοκράτη και μέλους του Ανακτοβουλίου,  όμως  ο  Βαρόνος  φον  Βεστφάλεν  ήταν  ανθρωπιστής  και  φιλελεύθερο  πνεύμα.  Μιλούσε  στον νεαρό Marx για τον Όμηρο και τον Σαίξπηρ και του είχε μάλιστα γνωρίσει τις ιδέες του  Saint‐Simon παρότι ο τοπικός επίσκοπος τις είχε κηρύξει αιρετικές. Όσο για την Τζένυ, ήταν  η ωραία της  πόλης. Όμορφη και με άπειρους  επίδοξους μνηστήρες, θα μπορούσε εύκολα  να βρει «καταλληλότερο» γαμπρό από τον μελαχρινό της γείτονα.

Αλλά ήταν ερωτευμένη  μαζί του και οι οικογένειές τους δεν είχαν καμία απολύτως αντίρρηση. Για την οικογένεια  Marx  θα  ήταν  ένας  σημαντικός  κοινωνικός  θρίαμβος,  ενώ  για  τον  Βαρόνο  ήταν  ίσως  μια  ευτυχής δικαίωση των ανθρωπιστικών του αντιλήψεων. Αναρωτιέται κανείς κατά πόσο θα  έδινε ποτέ τη συγκατάθεσή του αν μπορούσε να προβλέψει την τύχη της κόρης του.

Η Τζένυ  έμελλε να βρεθεί στη φυλακή, όπου θα μοιραζόταν το κρεβάτι της με μια κοινή πόρνη, και  θα αναγκαζόταν να ζητιανέψει από ένα γείτονα για να αγοράσει το φέρετρο όπου θα έθαβε  ένα  από  τα  παιδιά  της.  Αντί  των  ευχάριστων  ανέσεων  και  του  κοινωνικού  γοήτρου  του  Τρίερ,  θα  περνούσε  τα  περισσότερα  χρόνια  της  ζωής  της  σε  δύο  άθλια  δωμάτια  μιας  φτωχογειτονιάς  του  Λονδίνου,  όπου  μοιραζόταν  με  τον  άντρα  της  το  διασυρμό  ενός  εχθρικού κόσμου.  Και όμως ήταν ένας γάμος που διακρινόταν από βαθιά αφοσίωση. Στις συναλλαγές του με  τρίτους  ο  Marx  ήταν  τραχύς,  καχύποπτος  και  οργίλος∙  αλλά  ήταν  ανοιχτόκαρδος  πατέρας  και στοργικός σύζυγος. Για ένα διάστημα, όταν η γυναίκα του ήταν άρρωστη, ο Marx βρήκε  παρηγοριά  στη  Λένχεν,  την  υπηρέτρια  της  οικογένειας  φον  Βεστφάλεν,  που  έμενε  μαζί  τους χωρίς αμοιβή για όλες τους τις μέρες‐ αλλά ούτε αυτή η απιστία του, από την οποία  προέκυψε  και  ένα  παιδί  που  ο  Marx  δεν  αναγνώρισε  ποτέ,  δεν  μπόρεσε  να  καταστρέψει  μια  σχέση  δυνατού  πάθους.  Αργότερα,  πολύ  αργότερα,  όταν  η  Τζένυ  πέθαινε  και  ο  Marx  ήταν άρρωστος, η κόρη τους έγινε μάρτυρας της παρακάτω σκηνής:

Η αγαπημένη μας μητέρα ήταν ξαπλωμένη στο μεγάλο μπροστινό δωμάτιο και ο Μαυριτανός ήταν ξαπλωμένος στο μικρό δωμάτιο δίπλα… Ποτέ δεν θα ξεχάσω το πρωινό που αισθάνθηκε αρκετά δυνατός για να πάει στο δωμάτιο της μητέρας. Όταν βρίσκονταν μαζί, ξανάνιωναν – αυτή γινόταν κοριτσάκι κι αυτός ένας τρυφερός νέος, κι οι δυο τους στο ξεκίνημα της ζωής, όχι ένας άρρωστος γέρος και μια ετοιμοθάνατη γριά που χώριζαν για πάντα.

Η οικογένεια Marx μετακόμισε στο London το 1849. Μετά την απέλασή τους από το Παρίσι  τέσσερα  χρόνια  πριν,  κατέληξαν  στις  Βρυξέλλες,  όπου  γράφτηκε  το  Μανιφέστο  και  όπου  έμειναν  μέχρι  το  επαναστατικό  ξέσπασμα  του  1848.  Τότε,  μόλις  ο  βασιλιάς  του  Βελγίου  διασφάλισε  τη  θέση  του  στον  απειλούμενο  θρόνο  του,  διέταξε  να  συλληφθούν  οι  ηγέτες  των ριζοσπαστών στην πρωτεύουσά του και ο Marx αναγκάστηκε να διαφύγει για λίγο στη  Γερμανία.  Η  ιστορία  επαναλήφθηκε  άλλη  μια  φορά.  Ο  Marx  ανέλαβε  την  αρχισυνταξία  μιας  εφημερίδας και δεν πέρασε πολύς καιρός πριν αποφασίσει η κυβέρνηση να την κλείσει. Ο  Marx  τύπωσε  το  τελευταίο  φύλλο  της  με  κόκκινο  χρώμα  ‐  και  αναζήτησε  καταφύγιο  στο  London.  Τα  οικονομικά  του  ήταν  πια  σε  απελπιστική  κατάσταση.  Ο  Engels  βρισκόταν  στο  Μάντσεστερ, όπου έκανε την περίεργη διπλή ζωή του (ήταν ένα από τα ευυπόληπτα μέλη  του  Χρηματιστηρίου  του  Μάντσεστερ),  και  εξασφάλιζε  στους  Marx  μια  αδιάκοπη  ροή  επιταγών και δανείων. Αν ο Marx είχε μια τάξη στα οικονομικά του, ίσως η οικογένειά του  θα  μπορούσε  να  ζήσει  με  αξιοπρέπεια.  Αλλά  ο  Marx  ήταν  ανίκανος  να  ρεγουλάρει  τα  οικονομικά  του.

Έτσι  τα  παιδιά  έκαναν  μαθήματα  μουσικής  και  στο  σπίτι  στερούνταν  τη  θέρμανση.  Η  ζωή  τους  ήταν  ένας  αδιάκοπος  αγώνας  να  αποφύγουν  τη  χρεοκοπία  και  τα  οικονομικά προβλήματα ήταν πάντα μια ασφυκτική πραγματικότητα.  Ήταν  συνολικά  πέντε  άτομα,  μαζί  με  τη  Λένχεν.  Ο  Marx  δεν  είχε  δουλειά,  εκτός  από  τις  καθημερινές επισκέψεις του στο Βρετανικό Μουσείο από τις δέκα το πρωί ως τις εφτά το  βράδυ. Προσπάθησε να βγάλει λίγα χρήματα γράφοντας άρθρα για την πολιτική κατάσταση  για  λογαριασμό  της  New  York  Tribune,  της  οποίας  ο  αρχισυντάκτης,  ο  Τσαρλς  Α.  Ντέινα,  ήταν  οπαδός  του  Φουριέ  και  δεν  είχε  αντίρρηση  για  μερικές  μπηχτές  εναντίον  της  ευρωπαϊκής πολιτικής. Αυτό βοήθησε για λίγο, αν και πάλι ο Engels ήταν αυτός που έβγαζε  το φίδι από την τρύπα γράφοντας ο ίδιος πολλά από τα άρθρα του, ενώ ο Marx τού έστελνε  γράμματα με συμβουλές του είδους: «Πρέπει τα άρθρα για τον πόλεμο να τα χρωματίζεις  λίγο  περισσότερο». 

Όταν  έπαψε  να  αρθρογραφεί,  προσπάθησε  να  πιάσει  μια  θέση  γραφείου  στους  σιδηρόδρομους  αλλά  τον  απέρριψαν  λόγω  του  απαράδεκτου  γραφικού  χαρακτήρα  του.  Στη  συνέχεια,  έβαλε  ενέχυρο  ό,τι  του  είχε  απομείνει,  μια  και  τα  ασημικά  και  τα  τιμαλφή  της  οικογένειας  τα  είχε  ξεπουλήσει  από  καιρό.  Υπήρχαν  μέρες  που  η  κατάσταση  ήταν  τόσο  απελπιστική  που  αναγκαζόταν  να  μένει  μέσα  στο  σπίτι  επειδή  είχε  βάλει  ενέχυρο  το  παλτό  του  ή  ακόμα  και  τα  παπούτσια  του∙  άλλες  φορές  πάλι  δεν  του  φτάνανε τα λεφτά να αγοράσει γραμματόσημα για να στείλει τα γραφτά του στον εκδότη  του.

Αυτό που περιέπλεκε τα πράγματα ακόμα περισσότερο ήταν που υπέφερε από πολύ  επώδυνους  καλόγερους.  Ένα  βράδυ  που  γύρισε  στο  σπίτι  του,  αφού  είχε  περάσει  ώρες  ολόκληρες να γράφει στο Μουσείο και να πονάει, δήλωσε: «Ελπίζω η μπουρζουαζία όσο θα  ζει να έχει λόγους να θυμάται τους καλόγερούς μου». Είχε μόλις ολοκληρώσει το φοβερό  εκείνο κομμάτι του Κεφαλαίου που περιγράφει την «Εργάσιμη Ημέρα».  Μοναδικό του αποκούμπι ήταν ο Engels. Ο Marx τού έγραφε το ένα γράμμα μετά το άλλο,  θίγοντας θέματα οικονομίας, πολιτικής, μαθηματικών, στρατιωτικής τακτικής και κάθε άλλο  πιθανό  και  απίθανο  θέμα,  αλλά  κυρίως  την  προσωπική  του  κατάσταση.  Ένα  αντιπροσωπευτικό απόσπασμα αναφέρει:

Η γυναίκα μου είναι άρρωστη. Η μικρή Τζένυ είναι άρρωστη. Η Λένχεν είχε κάποιο νευρικό πυρετό και δεν μπορώ να φωνάξω γιατρό γιατί δεν έχω χρήματα να τον πληρώσω. Εδώ και οχτώ με δέκα μέρες ζούμε με ψωμί και πατάτες και είναι πια αμφίβολο αν θα μπορούμε να έχουμε έστω κι αυτά… Δεν έχω γράψει τίποτε για τον Ντέινα γιατί δεν είχα ούτε μία πένα να πάω να διαβάσω τις εφημερίδες… Πώς θα μπορέσω να ξεφύγω από αυτό το διαολεμένο αδιέξοδο; Στο τέλος, και αυτό ήταν το πιο απαίσιο αλλά απαραίτητο για να μην τα τινάξουμε όλοι, αναγκάστηκα τις τελευταίες 8-10 μέρες να ζητιανέψω λίγα σελίνια και πένες από κάποιους Γερμανούς…

Μόνο τα τελευταία χρόνια έφτιαξαν κάπως τα πράγματα. Ένας φίλος από τα παλιά άφησε  μια μικρή κληρονομιά στον Marx και αυτό του επέτρεψε να ζήσει με κάποια άνεση, ακόμα  και να ταξιδέψει λίγο για λόγους υγείας. Αλλά και ο Engels κληρονόμησε κάποια χρήματα  και  άφησε  τη  δουλειά  του∙  το  1869  πήγε  στο  γραφείο  του  για  τελευταία  φορά  και  μετά  διέσχισε τα λιβάδια για να συναντήσει την κόρη του Marx, «στριφογυρίζοντας το μπαστούνι  του στον αέρα και τραγουδώντας, με πρόσωπο να αστράφτει από τη χαρά».  Το 1881 πέθανε η Τζένυ∙ είχε θάψει τα δύο από τα πέντε παιδιά της, και το ένα απ’ αυτά  ήταν  ο  μοναχογιός  τους.  Ήταν  γερασμένη  και  εξαντλημένη. 

Ο  Marx  ήταν  τόσο  άρρωστος  που δεν πήγε στην κηδεία ‐ όταν τον είδε ο Engels, είπε: «Πέθανε και ο Μαυριτανός». Δεν  ήταν  έτσι  ακριβώς:  άντεξε  δύο  χρόνια  ακόμα.  Αρνήθηκε  να  εγκρίνει  τους  συζύγους  που  διάλεξαν οι δύο από τις κόρες του∙ είχε κουραστεί με τον αλληλοσπαραγμό του εργατικού  κινήματος  και, μια μέρα,  έκανε μια δήλωση («Δεν  είμαι  Μαρξιστής»160) που από τότε δεν  έπαψε  να  ταλανίζει  τους  πιστούς  οπαδούς  του∙  και  τέλος,  ένα  μαρτιάτικο  απόγευμα,  εγκατέλειψε ήρεμα τον κόσμο.

Τι έκανε όλα αυτά τα χρόνια της στέρησης;  Πρώτα απ’ όλα, είχε δημιουργήσει ένα διεθνές εργατικό κίνημα. Στα νεανικά του χρόνια, ο  Marx  είχε  γράψει:  «Ως  τώρα  οι  φιλόσοφοι  αρκούνταν  να  ερμηνεύουν  τον  κόσμο  με  διάφορους  τρόπους∙  το  θέμα,  ωστόσο,  είναι  να  τον  αλλάξεις»161.  Στη  δική  τους  ερμηνεία  της  ιστορίας,  ο  Marx  και  ο  Engels  είχαν  απονείμει  αυτό  τον  τιμητικό  τίτλο  στο  προλεταριάτο∙  τώρα  ανέλαβαν  να  καθοδηγήσουν  το  προλεταριάτο,  ώστε  να  μπορέσει  να  ασκήσει τη μεγαλύτερη δυνατή επιρροή στην ιστορία.  Η  προσπάθειά  τους  δεν  στέφτηκε  με  μεγάλη  επιτυχία.  Τον  ίδιο  καιρό  που  εκδόθηκε  το  Μανιφέστο, ιδρύθηκε και η Ένωση των Κομουνιστών, αλλά ποτέ δεν ήταν κάτι περισσότερο  από  μια  οργάνωση  στα  χαρτιά.  Το  Μανιφέστο,  που  αποτέλεσε  την  ιδεολογική  της  πλατφόρμα, δεν κυκλοφόρησε στο ευρύτερο κοινό και, με την καταστολή της επανάστασης  του 1848, τερμάτισε το βίο της και η Ένωση.  Τη  διαδέχτηκε  το  1864  μια  πολύ  πιο  φιλόδοξη  οργάνωση,  η  Διεθνής  Ένωση  Εργατών.  Η  Διεθνής αριθμούσε εφτά εκατομμύρια μέλη και ήταν αρκετά ενεργή ώστε να παίξει ρόλο σε  ένα  απεργιακό  κύμα  που  σάρωσε  την  ηπειρωτική  Ευρώπη  και  να  αποκτήσει  μια  αρκετά  τρομακτική  φήμη.  Κι  αυτή  όμως  ήταν  καταδικασμένη  να  είναι  βραχύβια. 

Η  Διεθνής  δεν  αποτελείτο  από  έναν  σκληρό  και  πειθαρχημένο  στρατό  Κομουνιστών,  αλλά  από  ένα  ετερόκλητο  πλήθος  από  Οουενιστές,  Προυντονιστές,  Φουριεριστές,  μετριοπαθείς  Σοσιαλιστές,  φανατικούς  εθνικιστές  και  συνδικαλιστές  που  αντιμετώπιζαν  με  καχυποψία  οποιαδήποτε  επαναστατική  θεωρία.  Με  πολλή  μαστοριά,  ο  Marx  κατάφερε  να  τους  κρατήσει  ενωμένους  για  πέντε  χρόνια  και  κατόπιν  η  Διεθνής  διαλύθηκε.  Ορισμένοι  ακολούθησαν  τον  Μπακούνιν,  έναν  γιγαντόσωμο  άνδρα  με  προϊστορία  γνήσιου  επαναστάτη  στη  Σιβηρία  και  την  εξορία  (λεγόταν  ότι  οι  λόγοι  που  έβγαζε  συνέγειραν  το  ακροατήριό του σε τέτοιο σημείο που οι ακροατές θα έκοβαν και το λαιμό τους αν τους το  ζητούσε)∙  άλλοι  έστρεψαν  και  πάλι  την  προσοχή  τους  στα  εθνικά  ζητήματα.  Η  τελευταία συνάντηση της Διεθνούς έγινε στη New York το 1874. Ήταν μια θλιβερή αποτυχία.

Όμως, πιο σημαντικός και από τη δημιουργία της Πρώτης Διεθνούς ήταν ο ιδιαίτερος τόνος  που  έδωσε  ο  Marx  στις  υποθέσεις  της  εργατικής  τάξης.  Αυτός  ο  πλέον  εριστικός  και  αδιάλλακτος των ανθρώπων αδυνατούσε, από την αρχή, να πιστέψει ότι θα μπορούσε να  έχει  δίκιο  οποιοσδήποτε  διαφωνούσε  με  τη  δική  του  συλλογιστικής.  Ως  οικονομολόγος  ήταν  ακριβολόγος,  ως  φιλόσοφος  και  ιστορικός  εύγλωττος,  ως  επαναστάτης  υβριστικός.  Κατέφευγε ακόμα και σε αντισημιτισμό. Αποκαλούσε τους αντιπάλους του «αγροίκους»,  «αχρείους» ή ακόμα και «κοριούς». Στα πρώτα στάδια της καριέρας του, όταν ήταν ακόμη  στις Βρυξέλλες, δέχτηκε την επίσκεψη ενός Γερμανού ράφτη ονόματι Βάιτλινγκ. Ο Βάιτλινγκ  ήταν  δοκιμασμένο  τέκνο  του  εργατικού  κινήματος∙  στα  πόδια  είχε  ουλές  από  τα  σιδηρά  δεσμά  των  πρωσικών  φυλακών  και  μια  μακρά  ιστορία  ανιδιοτελών  και  γενναίων  προσπαθειών  για  λογαριασμό  των  Γερμανών  εργατών.

Ήρθε  να  μιλήσει  στον  Marx  για  θέματα όπως δικαιοσύνη, αδελφοσύνη  και αλληλεγγύη∙ αντ’ αυτών βρέθηκε αντιμέτωπος  με μια ανηλεή ανάκριση σχετικά με τις «επιστημονικές αρχές» του σοσιαλισμού. Ο άτυχος  Βάιτλινγκ  σάστισε  και  οι  απαντήσεις  του  δεν  κρίθηκαν  ικανοποιητικές.  Ο  Marx,  που  καθόταν  σαν  αρχιανακριτής,  σηκώθηκε  επάνω  και  άρχισε  να  βηματίζει  νευριασμένος  στο  δωμάτιο.  «Η  άγνοια  δεν  έχει  μέχρι  τώρα  βοηθήσει  κανένα»163,  ξεφώνισε.  Η  ακρόαση  είχε  πάρει τέλος. 

Ένας άλλος που αντιμετώπισε τη μήνι του ήταν ο Βίλιτς, ένας πρώην Πρώσος λοχαγός που  είχε πολεμήσει στη Γερμανική επανάσταση και αργότερα θα αναδεικνυόταν στο βαθμό του  στρατηγού  πολεμώντας  με  την  πλευρά  των  Βορείων  στον  Αμερικανικό  Εμφύλιο  Πόλεμο.  Ήταν  ωστόσο  προσηλωμένος  στην  «αντιμαρξιστική»  αντίληψη  ότι  η  «καθαρή  θέληση»  θα  μπορούσε  να  αποτελέσει  την  κινητήρια  δύναμη  της  επανάστασης  στη  θέση  των  «πραγματικών  συνθηκών»∙  γι’  αυτή  την  άποψή  του  ‐που  κάποια  μέρα  ο  Λένιν  θα  αποδείκνυε ότι δεν ήταν και τόσο εξωπραγματική‐ εκδιώχτηκε κι αυτός από το κίνημα.  Ο κατάλογος θα μπορούσε να επεκταθεί εις το διηνεκές. Αλλά, για ένα κίνημα που μια μέρα  θα  εκφυλιζόταν  σ’  ένα  εσωτερικό  κυνήγι  μαγισσών  για  «λικβινταριστές»  και  «αντεπαναστάτες»,  κανένα  επεισόδιο  δεν  ήταν  πιο  προκλητικό  και  πιο  προφητικό  από  τη  διαμάχη μεταξύ Marx και Προυντόν. Ο Πιερ Προυντόν, γιος ενός Γάλλου βαρελοποιού, ήταν  ένας ευφυέστατος αυτοδίδακτος Σοσιαλιστής που είχε συνταράξει τη γαλλική διανόηση με  ένα βιβλίο με τίτλο Τι είναι η ιδιοκτησία; Η απάντηση του Προυντόν ήταν: Η ιδιοκτησία  είναι κλοπή ‐ και ζητούσε να μπει τέλος στα τεράστια ιδιωτικά πλούτη αν και όχι σε κάθε  μορφή  ατομικής  ιδιοκτησίας.  Συναντήθηκε  με  τον  Marx  και  συνομιλούσαν  και  αλληλογραφούσαν, και κάποτε ο Marx τού ζήτησε να ενώσει τις δυνάμεις του με τον ίδιο  και τον Engels.

Η απάντηση του Προυντόν ήταν τόσο συγκινητική και τόσο προφητική που  αξίζει να παραθέσουμε ένα μεγάλο απόσπασμα:  Ας αναζητήσουμε μαζί, αν το επιθυμείς, τους νόμους της κοινωνίας, τον τρόπο που καταλήγουμε σ’ αυτούς τους νόμους, τη διαδικασία με την οποία θα καταφέρουμε να τους ανακαλύψουμε• αλλά, για όνομα του Θεού, αφού έχουμε συντρίψει όλους τους προϋπάρχοντες δογματισμούς, ας μην προσπαθήσουμε με τη σειρά μας να κατηχήσουμε εμείς τον κόσμο… Επικροτώ με όλη μου την καρδιά τη σκέψη σου για την προσέλκυση απόψεων κάθε απόχρωσης• ας κάνουμε μια καλή και συνεπή πολεμική, ας δώσουμε στον κόσμο το παράδειγμα της φωτισμένης και διορατικής διαλλακτικότητας, αλλά ας μη γίνουμε οι ίδιοι -επειδή είμαστε επικεφαλής ενός κινήματος- οι ηγέτες μιας νέας αδιαλλαξίας, ας μην προβληθούμε ως οι απόστολοι μιας νέας θρησκείας, ακόμα κι αν πρόκειται για τη θρησκεία της λογικής, για τη θρησκεία του ορθού λόγου. Ας μαζευτούμε και ας ενθαρρύνουμε κάθε διαφωνία, ας καταδικάσουμε κάθε αποκλεισμό και κάθε μυστικισμό, ας μη θεωρήσουμε ποτέ ότι ένα ζήτημα έχει εξαντληθεί, και όταν θα έχουμε πει και το τελευταίο μας επιχείρημα, ας ξαναρχίσουμε από την αρχή αν πρέπει – με ευφράδεια και ειρωνεία. Με αυτούς τους όρους, θα προσχωρήσω με χαρά στην ένωσή σας. Ειδάλλως, όχι!

Πώς  απάντησε  ο  Marx;  Ο  Προυντόν  είχε  γράψει  ένα  βιβλίο  με  τίτλο  Η  φιλοσοφία  της  αθλιότητας  (The  Philosophy  of  Poverty).  Ο  Marx  ανταπάντησε  με  μια  συντριπτική  κριτική  που τιτλοφόρησε: Η αθλιότητα της φιλοσοφίας (The Poverty of Philosophy).  Το μοτίβο της αδιαλλαξίας δεν θα εξέλιπε ποτέ. Την Πρώτη Διεθνή διαδέχτηκε η ήπια και  καλοπροαίρετη Δευτέρα Διεθνής ‐ η οποία περιλάμβανε Σοσιαλιστές όπως τον Μπέρναρντ  Σω,  τον  Ράμσεϊ  ΜακΝτόναλντ  και  τον  Πιλσούντσκι  (αλλά  και  τον  Λένιν  και  τον  Mussolini!)  και μετά η περιβόητη Τρίτη Διεθνής, που οργανώθηκε υπό την αιγίδα της Μόσχας.

Ωστόσο,  ο αντίκτυπος αυτών των μεγάλων κινημάτων ήταν ίσως μικρότερος από την εμμονή αυτής  της στενοκεφαλιάς, αυτή την εξοργιστική απόλυτη άρνηση να γίνει ανεκτή η διαφωνία, την  οποία κληρονόμησε ο κομουνισμός από τον κυριότερο ιδρυτή του.  Αν ο Marx, κατά την πολυετή εξορία του, δεν είχε δημιουργήσει κάτι περισσότερο από ένα  επαναστατικό εργατικό κίνημα, σήμερα δεν θα ήταν η σημαντική παγκόσμια μορφή με τις  διαστάσεις που έχει. Ο Marx ήταν απλώς ένας από μια ντουζίνα επαναστάτες και μάλιστα  όχι  από  τους  πιο  επιτυχημένους∙  ήταν  ένας  από  άλλη  μια  ντουζίνα  προφήτες  του  σοσιαλισμού  και  μάλιστα  δεν  έγραψε  σχεδόν  τίποτε  για  το  πώς  θα  ήταν  αυτή  η  νέα  κοινωνία.  Η  κύρια  συμβολή  του  βρίσκεται  τελικά  αλλού:  στη  διαλεκτική  υλιστική  θεωρία  του της ιστορίας και, ακόμα περισσότερο, στην πεσιμιστική ανάλυσή του των προοπτικών  της καπιταλιστικής οικονομίας. 

«Η ιστορία του καπιταλισμού», διαβάζουμε στο Πρόγραμμα της Κομουνιστικής Διεθνούς  που  υιοθετήθηκε  το  1929  ‐ένα  είδος  μεταγενέστερης  αναδιατύπωσης  του  Κομουνιστικού  Μανιφέστου‐ «έχει επιβεβαιώσει πλήρως τη μαρξιστική θεωρία των νόμων της ανάπτυξης  της  καπιταλιστικής  κοινωνίας  και  των  αντιφάσεών  της,  που  οδηγούν  στην  καταστροφή  ολόκληρου  του  καπιταλιστικού  συστήματος».  Ποιοι  ήταν  αυτοί  οι  νόμοι;  Ποια  ήταν  η  πρόγνωση του Marx για το σύστημα που γνώριζε;    Η  απάντηση  βρίσκεται  στο  τεράστιο  έργο  Το  Κεφάλαιο  (Das  Kapital).

Με  τη  βασανιστική  διεξοδικότητα  του  Marx, είναι  εντυπωσιακό  ότι  κατάφερε  να  τελειώσει  αυτό  το  έργο  ‐  αν  και, κατά μία έννοια, δεν το ολοκλήρωσε ποτέ. Η διαδικασία της συγγραφής του κράτησε  18  χρόνια:  το  1851  θα  τέλειωνε  «σε  πέντε  εβδομάδες»∙  το  1859  «σε  έξι  εβδομάδες»∙  το  1865  ήταν  «τελειωμένο»  ‐  ένα  τεράστιο  πάκο  δυσανάγνωστων  χειρογράφων  που  χρειάστηκαν  δύο  χρόνια  για  να  ετοιμαστεί  η  έκδοση  του  Πρώτου  Τόμου.  Όταν  πέθανε  ο  Marx το 1883, έμενε να εκδοθούν τρεις τόμοι ακόμα: ο Engels εξέδωσε το Δεύτερο Τόμο το  1885 και τον Τρίτο το 1894. Ο τελευταίος τόμος χρειάστηκε να περιμένει μέχρι το 1910.*  Συνολικά  περιέχει  2.500  σελίδες  για  τον  ατρόμητο  μελετητή  που  είναι  διατεθειμένος  να  κάνει την προσπάθεια. Και τι σελίδες! Ορισμένες καταπιάνονται με τις πιο μικρές τεχνικές  λεπτομέρειες  και  τις  αναλύουν  διεξοδικά  μέχρι  εξάντλησης∙  άλλες  πάλι  διέπονται  από  πάθος  και  οργή.  Εδώ  έχουμε  να  κάνουμε  μ’  έναν  οικονομολόγο  που  έχει  διαβάσει  όλους.

Δεν θα πρέπει ωστόσο να βγάλουμε το αβασάνιστο συμπέρασμα ότι έχουμε να κάνουμε με  ένα οργίλο κείμενο που καταφέρεται εναντίον των αμαρτημάτων των μοχθηρών βαρόνων  του  χρήματος.  Είναι  διάσπαρτο  με  παρατηρήσεις  που  μαρτυρούν  την  πλήρη  εμπλοκή  του  άνδρα  με  τον  θεωρητικό  του  αντίπαλο  αλλά,  όσο  περίεργο  κι  αν  φαίνεται,  η  μεγαλύτερη  αρετή του βιβλίου είναι η απόλυτη αποστασιοποίηση του από κάθε ηθικολογία. Το βιβλίο  περιγράφει με μένος αλλά αναλύει με ψυχρή λογική.

 Αυτό που έβαλε σαν στόχο του ο Marx  ήταν  να  ανακαλύψει  τις  εσώτερες  τάσεις  του  καπιταλιστικού  συστήματος,  τους  εγγενείς  νόμους  κίνησής  του,  και  με  αυτό  τον  τρόπο  απέφυγε  την  εύκολη  αλλά  λιγότερο  πειστική  μέθοδο  της  απλής  ανάπτυξης  των  πρόδηλων  μειονεκτημάτων  του.  Αντ’  αυτής  εγείρει  τον  πιο αγνό και ανόθευτο καπιταλισμό που μπορεί να φανταστεί κανείς και, μέσα στα πλαίσια  αυτού  του  αμιγούς  θεωρητικού  συστήματος  με  έναν  φανταστικό  καπιταλισμό  από  τον  οποίο έχουν αφαιρεθεί όλες οι προφανείς ατέλειες της καθημερινής ζωής, ο Marx αναζητά  το  θήραμά  του.  Αν  μπορέσει  να  αποδείξει  ότι  ακόμα  και  ο  καλύτερος  καπιταλισμός  που  μπορεί  να  φανταστεί  κανείς  οδεύει  προς  την  καταστροφή,  πολύ  πιο  εύκολα  θα  αποδείξει  ότι ο πραγματικός καπιταλισμός θα ακολουθήσει την ίδια πορεία, μόνο πιο γρήγορα.*  Έτσι  δημιουργεί  το  θεωρητικό  του  πλαίσιο. 

Εισερχόμαστε  στον  κόσμο  ενός  τέλειου  καπιταλισμού: χωρίς μονοπώλια, χωρίς συνδικάτα, χωρίς ειδικά πλεονεκτήματα για κανένα.  Είναι ένας κόσμος στον οποίο κάθε προϊόν πουλιέται ακριβώς στην κατάλληλη τιμή του. Και  αυτή  η  σωστή  τιμή  είναι  η  αξία  του  ‐  μια  λέξη  που  εύκολα  ξεγελά.  Όπως  λέει  ο  Marx  (ακολουθώντας ουσιαστικά τον Ricardo), η αξία ενός προϊόντος είναι η ποσότητα εργασίας  που  περιέχει:  αν  απαιτείται  διπλάσια  εργασία  για  να  φτιάξουμε  καπέλα  από  το  να  φτιάξουμε παπούτσια, τότε η τιμή των καπέλων πρέπει να είναι διπλάσια από την τιμή των  παπουτσιών.  Η  εργασία,  βέβαια,  δεν  χρειάζεται  να  είναι  άμεση  χειρωνακτική  εργασία∙  μπορεί  να  είναι  γενική  εργασία  που  επιμερίζεται  σε  πολλά  προϊόντα,  ή  μπορεί  να  είναι  εργασία που κάποτε αναλώθηκε στην κατασκευή μιας μηχανής και που, μέσω της μηχανής,  περνά στα προϊόντα που αυτή κατασκευάζει. Όλα πάντα ανάγονται τελικά σε εργασία με τη  μια  ή  την  άλλη  μορφή  και  όλα  τα  προϊόντα  σ’  αυτό  το  τέλειο  σύστημα  θα  τιμολογούνται  ανάλογα με την ποσότητα άμεσης ή έμμεσης εργασίας που περιέχουν,  Σ’  αυτό  τον  κόσμο  διαδραματίζουν  το  ρόλο  τους  οι  δύο  μεγάλοι  πρωταγωνιστές  του  καπιταλιστικού  δράματος:  ο  εργάτης  και  ο  καπιταλιστής  ‐  ο  γαιοκτήμονας  έχει  ήδη  υποβαθμιστεί  σε  ένα  πολύ  μικρό  ρόλο  στην  κοινωνία. 

Δεν  πρόκειται  για  ακριβώς  τους  ίδιους πρωταγωνιστές που συναντήσαμε προηγουμένως σε παρόμοια οικονομικά σενάρια.  Ο  εργάτης  δεν  είναι  πια  σκλάβος  των  αναπαραγωγικών  του  ορμών.  Είναι  ένας  ελεύθερα  διαπραγματευόμενος παράγοντας που εισέρχεται στην αγορά για να διαθέσει το μοναδικό  προϊόν που του ανήκει ‐την εργασιακή του δύναμη‐ και, αν αυξήσει το μισθό του, δεν θα  είναι  τόσο  ανόητος  ώστε  να  κατασπαταλήσει  την  αύξηση  σε  έναν  αυτοϋπονομευτικό  πολλαπλασιασμό των αριθμών του.  Στην  αρένα  αυτή  τον  αντιμετωπίζει  ο  καπιταλιστής.  Η  βουλιμία  του  για  τα  πλούτη  περιγράφεται  με  καυστικότητα  στα  κεφάλαια  που  αφήνουν  για  λίγο  το  θεωρητικό  κόσμο  προκειμένου να εξετάσουν την Αγγλία του 1860. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η βουλιμία του  δεν  αποδίδεται  σε  απλά  αρπακτικά  κίνητρα∙  είναι  ένας  ιδιοκτήτης‐επιχειρηματίας  που  συμμετέχει  σε  μια  αδιάκοπη  κούρσα  με  ανταγωνιστές  του  άλλους  ιδιοκτήτες‐επιχειρηματίες∙  πρέπει  να  αγωνιστεί  για  τη  συσσώρευση,  αφού  στο  ανταγωνιστικό  περιβάλλον  όπου  δρα,  ή  είσαι  παράγοντας  συσσώρευσης  ή  είσαι  αντικείμενο  συσσώρευσης. 

Το  σκηνικό  έχει  στηθεί  και  οι  πρωταγωνιστές  παίρνουν  τις  θέσεις  τους.  Εδώ,  όμως,  παρουσιάζεται  η  πρώτη  δυσκολία.  Πώς  είναι  δυνατό  να  προκύψουν  κέρδη  σε  μια  τέτοια  κατάσταση,  αναρωτιέται  ο  Marx.  Αν  όλα  πωλούνται  ακριβώς  στην  αξία  τους,  τότε  ποιος  παίρνει μια μη δεδουλευμένη διαφορά; Κανένας δεν τολμά να αυξήσει την τιμή του πάνω  από  την  ανταγωνιστική  τιμή  και,  αν  κάποιος  πωλητής  κατάφερνε  να  ξεγελάσει  έναν  αγοραστή, αυτός ο αγοραστής θα είχε λιγότερα να ξοδέψει αλλού στην οικονομία ‐ έτσι το  κέρδος του ενός θα γινόταν η ζημία κάποιου άλλου. Πώς μπορεί να υπάρχει κέρδος στο όλο  σύστημα αν όλα ανταλλάσσονται στην πραγματική τους αξία;  Μοιάζει  με  παραδοξολογία.  Μπορούμε  να  εξηγήσουμε  εύκολα  τα  κέρδη  αν  υποθέσουμε  ότι  υπάρχουν  μονοπώλια  που  δεν  είναι  αναγκασμένα  να  υπακούουν  στις  ισοπεδωτικές  επιρροές  του  ανταγωνισμού  ή  αν  παραδεχτούμε  ότι  οι  καπιταλιστές  πληρώνουν  τους  εργάτες λιγότερο από ό,τι αξίζουν.

Αλλά ο Marx δεν τα δέχεται αυτά ‐ ο καπιταλισμός που  θα σκάψει μόνος του τον τάφο του είναι ο ιδεώδης καπιταλισμός.  Την απάντηση στο παράδοξο τη βρίσκει σ’ ένα εμπόρευμα που διαφέρει απ’ όλα τα άλλα.  Το εμπόρευμα αυτό είναι η εργασιακή δύναμη. Ο εργάτης, όπως και ο καπιταλιστής, πουλά  το προϊόν του ακριβώς στην αξία του. Και η αξία του, όπως η αξία κάθε άλλου πράγματος  που  πουλιέται,  είναι  η  ποσότητα  εργασίας  που  περιέχει  ‐  σ’  αυτή  την  περίπτωση,  η  ποσότητα  εργασίας  που  απαιτείται  για  να  «δημιουργηθεί»  η  εργασιακή  δύναμη.  Μ’  άλλα  λόγια,  η  ενέργεια  ενός  εργάτη  που  μπορεί  να  πουληθεί  αξίζει  όσο  η  ποσότητα  κοινωνικά  αναγκαίας  εργασίας  που  απαιτείται  για  να  μπορέσει  να  αναπαραχθεί  αυτός  ο  εργάτης. 

Ο  Smith και ο Ricardo θα συμφωνούσαν απολύτως∙ η αξία ενός εργάτη είναι τα χρήματα που  χρειάζεται για να μπορεί να υπάρξει. Είναι ο μισθός συντήρησής του.  Έως  εδώ,  έχει  καλώς.  Ερχόμαστε  όμως  τώρα  στη  λύση  του  προβλήματος  του  κέρδους.  Ο  εργάτης  που  αναλαμβάνει  την  εκτέλεση  έργου  μπορεί  να  ζητήσει  μόνο  το  μισθό  που  του  αξίζει.  Το  ύψος  του  μισθού  εξαρτάται,  όπως  είδαμε,  από  την  ποσότητα  του  χρόνου  εργασίας που απαιτείται για τη συντήρηση του εργάτη. Αν απαιτούνται έξι ώρες κοινωνικής  εργασίας  την  ημέρα  για  να  συντηρηθεί  ο  εργάτης,  τότε  (αν,  ας  πούμε,  η  εργασία  τιμάται  ένα δολάριο την ώρα) «αξίζει» έξι δολάρια την ημέρα και όχι παραπάνω.  Όμως  ο  εργάτης  που  προσφέρει  την  εργασία  του  δεν  αναλαμβάνει  να  εργαστεί  μόνο  έξι  ώρες την ημέρα. Αυτό ίσα‐ίσα θα έφτανε για τη συντήρησή του.

Αντιθέτως, αναλαμβάνει να  εργαστεί ένα ολόκληρο οκτάωρο ή, στις ημέρες του Marx, εργάσιμη ημέρα δέκα ή ένδεκα  ωρών. Άρα θα παραγάγει ποσότητα αξίας δέκα ή ένδεκα ωρών και θα πληρωθεί μόνο για  έξι. Ο μισθός του θα καλύψει τη συντήρησή του, που είναι η πραγματική του «αξία», αλλά,  σε  αντάλλαγμα,  θα  διαθέσει  στον  καπιταλιστή  την  αξία  που  παράγει  σε  μια  πλήρη  εργάσιμη  ημέρα.  Κι  έτσι  προκύπτει  το  κέρδος.  Ο  Marx  ονόμασε  «υπεραξία»  αυτή  την  ποσότητα  απλήρωτης  εργασίας.  Ο  όρος  δεν  υποδηλώνει  ηθικό  στίγμα. 

Ο  εργάτης  δικαιούται μόνο την αξία της εργασιακής του δύναμης και την εισπράττει ολόκληρη. Αλλά ο  καπιταλιστής  εισπράττει  την  πλήρη  αξία  της  εργάσιμης  ημέρας  του  εργάτη,  που  είναι  περισσότερες ώρες από τις ώρες για τις οποίες αμείβεται. Έτσι, όταν ο καπιταλιστής πουλά  τα  προϊόντα  του,  μπορεί  να  τα  πουλά  στην  πραγματική  τους  αξία  και  όμως  να  πραγματοποιεί  κέρδος,  επειδή  τα  προϊόντα  του  ενσωματώνουν  περισσότερο  χρόνο  εργασίας από το χρόνο εργασίας για τον οποίο χρειάστηκε να πληρώσει.

Πηγή: sofokleous10.gr

Tagged