Μπάιντεν: «Πάτησε το γκάζι» στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις ορίζοντας στον υπερφίαλο Ερντογάν ποιος είναι το αφεντικό

Διεθνή γεγονότα

Το «τελεσίγραφο» Μπάιντεν στον Ερντογάν, μέσω της Αρμενικής Γενοκτονίας

Περιθώριο 50 ημερών μέχρι την προαναγγελθείσα συνάντηση του με τον πρόεδρο Μπάιντεν στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, έχει ο Ταγίπ Ερντογάν, προκειμένου να αναζητήσει νέα ισορροπία και modus vivendi με την Ουάσιγκτον, σε μια περίοδο που ο ίδιος έχει περισσότερο ανάγκη τις ΗΠΑ, από ότι εκείνες την Τουρκία.

του Νίκου Μελέτη

Ο Τ. Μπάιντεν από την πρώτη στιγμή της Προεδρίας του έδειξε καθαρά την διάθεση του και την στρατηγική επιλογή του για επανακαθορισμό των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, οι οποίες μετά την περίοδο Ομπάμα και κυρίως μετά την θητεία Τραμπ έχουν εκτροχιασθεί και έχει διαμορφωθεί ένα σκηνικό όπου η Άγκυρα είναι αυτή που καθορίζει το πλαίσιο των σχέσεων και είναι αυτή που επιβάλει όρους και απαιτήσεις.

Ο Τ. Μπάιντεν ήδη από την περίοδο της αντιπροεδρίας του, ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικός και δύσπιστος απέναντι στον Τ. Ερντογάν και δημοσίως έχει εκφρασθεί με σχεδόν απέχθεια για τον αυταρχισμό του τούρκου ηγέτη. Αυτή την αντίληψη του φρόντισε να διαμηνύσει με κινήσεις που όσο κι αν ήθελε η τουρκική ηγεσία, δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητες.

Η απόφαση του να αναγνωρίσει την Γενοκτονία των Αρμενίων ήταν ένα συμβολικό και «ιδεολογικό» κτύπημα στον Τ. Ερντογάν που φαντάζεται τον εαυτό του ως συνεχιστή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι στην Διακήρυξη του ο πρόεδρος Μπάιντεν αναφέρεται μόνο σε «Οθωμανική αυτοκρατορία», σε «Οθωμανούς» και σε Αρμένιους της «Κωνσταντινούπολης» (και όχι Ιστανμπουλ) θέλοντας σαφώς να διαχωρίσει την περίοδο που διεπράχθη η Γενοκτονία, με την μετέπειτα Τουρκική Δημοκρατία.

Για τον Τ. Ερντογάν ήταν ιδιαίτερα ταπεινωτικό, το γεγονός ότι το τηλεφώνημα που περίμενε εδώ και μερικούς μήνες από τον νέο Αμερικανό πρόεδρο ήρθε το βραδύ της παραμονής της μεγαλύτερης και πιο σoβαρής σε πολιτικό επίπεδο «προσβολής» της Τουρκίας, με την αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Και αποδεικνύει ότι η περίοδος που ο κ.Ερντογάν, είτε μέσω προσωπικών σχέσεων με την αμερικανική ηγεσία είτε με απειλές για αντίποινα, είτε μέσω καλοπληρωμένων εταιριών δημοσίων σχέσεων, είχε την δυνατότητα να παρεμβαίνει στην αμερικανική πολιτική και ορισμένες φορές να κατευθύνει και αποφάσεις και την διαμόρφωση πολιτικών σε σχέση με αυτό που θεωρεί τουρκικά συμφέροντα, αποτελεί πλέον παρελθόν.

Κάτι που είναι εξαιρετικά επικίνδυνο λαμβάνοντας υπόψη ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της περιβόητης υπόθεσης της Halkbank, συνεχίζεται η παραμονή του του Φετουλαχ Γκιουλέν στην Πενσυλβάνια, ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν την υποστήριξη τους στους Κούρδους της Συρίας του YPG, το μέλλον της Συρίας και το καθεστώς της Β. Συρίας είναι ακόμη ασαφές, ότι η Ουάσιγκτον λαμβάνει συγκεκριμένη θέση εναντίον των μονομερών προκλήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο…

Και τις επόμενες ημέρες θα κριθεί και η στάση του κ. Ερντογάν στο πρώτο μεγάλο τεστ που είναι η Πενταμερής για το Κυπριακό, καθώς θα υπάρξει εικόνα για το εάν η Τουρκία αντιλαμβάνεται το νέο σκηνικό που διαμορφώνεται και επομένως επιτρέψει συναινέσεις και συγκλίσεις, ή εάν θα επιμείνει στον αυτόνομο αποσταθεροποιητικό ρόλο της.

Στην κορυφή της ατζέντας θα παραμείνει το θέμα των S400, στο οποίο αυτοεγκλωβισθηκε ο κ. Ερντογάν παραδομένος στην αλαζονεία του που τον έκανε να πιστέψει ότι μπορεί εσαεί να εναγκαλίζεται την Ρωσία και τον πρόεδρο Β. Πούτιν, να ασκεί μια εντελώς αυτόνομη και εθνικών επιδιώξεων εξωτερική πολιτική στην περιοχή από τον Καύκασο μέχρι την Μέση Ανατολή, την Λιβύη και το Κέρας της Αφρικής και συγχρόνως να διατηρεί μια sui generis «συμμαχική» σχέση με την Ουάσιγκτον, από την οποία απλώς θα… εισπράττει.

Το chicken game που επιχείρησε να παίξει ο κ. Ερντογάν με τον νέο Αμερικανό πρόεδρο απέτυχε, καθώς ο κ. Μπάιντεν όχι μόνο δεν ήταν αυτός που έκανε πίσω αλλά αντιθέτως δείχνει ότι «πατάει το γκάζι».

Για ένα σημαντικό μέρος του κατεκτημένου στο Πεντάγωνο και στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο Ταγίπ Ερντογάν αποτελεί απειλή για την ασφάλεια και την σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή, κανένας όμως δεν θέλει την ρήξη με την Τουρκία.

Το παιγνίδι γίνεται πλέον με ανοιχτά χαρτιά και είναι σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια του κ. Ερντογάν το μέλλον των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Με μια σιωπηρή αλλά καθαρή υποχώρηση θα μπορέσει να ξαναβρεί το modus vivendi που είναι έτοιμη να του προσφέρει με τους δικούς της όρους η Ουάσιγκτον ,αλλά αυτό θα θέσει σε κίνδυνο την σχέση του με τον Β. Πούτιν από τον οποίο πλέον είναι εξαρτημένος σε πολλά μέτωπα.

Και οι επιλογές γίνονται όλο και πιο δύσκολες για τον Τ. Ερντογάν, καθώς δεν αφορούν πια απλώς την αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας και την θέση της στον κόσμο, αλλά την ίδια την πολιτική και φυσική επιβίωση του.

Jerusalem Post: Ο Μπάιντεν δεν δέχθηκε τον «εκβιασμό» του Ερντογάν για τη γενοκτονία των Αρμενίων

Στην -από δεκαετιών- απειλή της Τουρκίας για εγκατάλειψη του ΝΑΤΟ και συνεργασία με αντιπάλους των ΗΠΑ στην περίπτωση αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων από την Ουάσινγκτον αναφέρεται άρθρο της Jerusalem Post, η οποία υποστηρίζει ότι το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο για την Άγκυρα παρά για τη Δύση.

H απόφαση των ΗΠΑ να αναγνωρίσουν τελικά τη γενοκτονία των Αρμενίων έρχεται μετά από δεκαετίες κατά τις οποίες η Τουρκία και οι εκπρόσωποί της στην Ουάσινγκτον απειλούσαν ανοικτά απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Βάση του αφηγήματος τους, αν οι ΗΠΑ χρησιμοποιούσαν τον όρο «γενοκτονία»- για ένα έγκλημα που διαπράχθηκε πριν από 106 χρόνια, τότε η Άγκυρα θα κινείτο προς τη συγκρότηση συμμαχιών με χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν.

Αυτή η παράξενη απειλή όμως η οποία προσομοιάζει στη μαφία, είναι ανάλογη με αυτή που χρησιμοποιούσε το Ιράν για να επιτύχει τη Συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Είναι ανάλογη (απειλή) με αυτή του Πακιστάν το οποίο απειλεί τον πρέσβη της Γαλλίας επειδή ακροδεξιοί θρησκευτικοί εξτρεμιστές  ισχυρίζονται ότι προσβάλλονται από κινούμενα σχέδια που δημοσιεύθηκαν πριν από χρόνια σε ένα γαλλικό περιοδικό.

Η προσπάθεια της Άγκυρας να κρατήσει χώρες «ομήρους» σχετικά με τη γενοκτονία των Αρμενίων λειτούργησε καλά για πολλά χρόνια. Εμπόδισε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ, να «προσβάλουν» την Άγκυρα αναφέροντας τη γενοκτονία. Δεν είναι σαφές όμως, αν ο ίδιος εκβιασμός θα λειτουργούσε αν η Γερμανία έλεγε το 1946 σε χώρες ότι δεν θα μπορούσαν να αναφέρονται στον όρο Ολοκαύτωμα, διότι θα μπορούσε να προσβληθεί, σημειώνεται μεταξύ άλλων.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Τουρκία χρησιμοποιούσε ως επιχείρημα το γεγονός ότι αποτελούσε προγεφύρωμα απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Μετά την πτώση του κομμουνισμού το 1989, η Τουρκία άλλαξε το αφήγημα, υποστηρίζοντας ότι ήθελε να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και «γέφυρα» μεταξύ της Δύσης και της Ασίας, αναφέρεται.

Η Τουρκία, η οποία αγκαλιάζει τη  Ρωσία και το Ιράν είναι η ίδια που εξακολουθεί να συντηρεί τον μύθο περί ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν είναι σαφές αν η Τουρκία, ένα αυταρχικό καθεστώς, όπου δεν επιτρέπεται η αντίθετη άποψη και όπου φυλακίζονται δημοσιογράφοι θα μπορούσε να γίνει μέλος της ΕΕ.

Το ΝΑΤΟ επίσης το οποίο θα έπρεπε να προωθεί τις αξίες και τη δημοκρατία, έχει επιτρέψει στην Άγκυρα να γίνει πιο αυταρχική, δίνοντας εμμέσως πλην σαφώς το «πράσινο φως» για την εκκαθάριση των Κούρδων στο Αφρίν το 2018.

Τώρα, οι απειλές επέστρεψαν. Εκείνοι που αντιτάχθηκαν στην αναγνώριση γενοκτονίας έλεγαν ότι η Τουρκία θα απομακρυνόταν από το ΝΑΤΟ, κάτι που ήδη γίνεται. Παράλληλα, έλεγαν ότι η Τουρκία θα συνεργαζόταν με τη Ρωσία, κάτι που κάνει ήδη, έχοντας αγοράσει το αντιπυραυλικό σύστημα  S-400, υπογραμμίζεται.

Το επιχείρημα πολλών ότι δεν έπρεπε να αναγνωριστεί η γενοκτονία για να μειωθεί ο στρατηγικός ρόλος της Τουρκίας ως μέλους της Δύσης, έρχεται την ώρα που απειλούνται ανοικτά χώρες του ΝΑΤΟ όπως η Ελλάδα και η Γαλλία.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν «είδε την μπλόφα» της Τουρκίας. Το επιχείρημα ότι  η αναγνώριση μιας γενοκτονίας που έγινε πριν από 106 χρόνια θα οδηγούσε την Τουρκία να κλείσει τις βάσεις των ΗΠΑ και να συνεργαστεί γρήγορα με τη Ρωσία, το Ιράν και την Κίνα φαίνεται περίεργη, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Άγκυρα πρέπει να σκέφτεται επίσης «γεωπολιτικά», τονίζει η Jerusalem Post.

Ένα άλλο επιχείρημα ήταν πάντα ότι «η Δύση χρειάζεται την Τουρκία περισσότερο από ότι χρειάζεται η Τουρκία τις ΗΠΑ και τη Δύση» και ότι άν ακουγόταν η λέξη «γενοκτονία» η Άγκυρα θα έφευγε από το ΝΑΤΟ. Ποτέ στην ιστορία δεν άφησε μια χώρα μια μαζική στρατιωτική συμμαχία αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων επειδή κάποιος χρησιμοποίησε μια λέξη για να αναφερθεί σε κάτι που συνέβη 106 χρόνια πριν. Μόνο η Τουρκία χρησιμοποίησε αυτόν τον εκβιασμό για να αποτρέψει οποιαδήποτε αναφορά στο γεγονός ότι η σύγχρονη χώρα είναι σε μεγάλο βαθμό χτισμένη σε εκατοντάδες χιλιάδες σπίτια Ελλήνων και Αρμενίων και άλλων μειονοτήτων που εκδιώχθηκαν και δολοφονήθηκαν.

Η πολιτική της Τουρκίας ήταν να προσποιείται ότι είναι υπεράνω της ιστορίας, χωρίς να πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνη για τίποτα. Πολλοί αμερικανοί διπλωμάτες μάλιστα για χρόνια εμφανιζόταν μεγαλύτεροι υπέρμαχοι των τουρκικών συμφερόντων από ότι έκαναν οι ίδιοι οι τούρκοι ομόλογοι τους.

Την ίδια ώρα η ικανότητα της Τουρκίας να διαδίδει απειλές έχει μεγαλώσει. Πέρυσι δημιούργησε μια κρίση με τη Γαλλία σε σχέση με κινούμενα σχέδια που δημοσιεύθηκαν πριν από χρόνια και η ρητορική της οδήγησε πιθανώς σε τουλάχιστον μία τρομοκρατική επίθεση εντός της συγκεκριμένης χώρας. Η Τουρκία θα συνεχίσει να προσπαθεί να ωθήσει τον ισλαμικό εξτρεμισμό στην Ευρώπη από μόνη της. Έχει ήδη απειλήσει πολλές φορές να χρησιμοποιήσει πρόσφυγες εναντίον της Ευρώπης, εκτός και εάν η ΕΕ δώσει περισσότερα χρήματα.

Αν ενδιαφέρεται για τη «γεωπολιτική», όπως ισχυρίζονται οι δυτικοί αναλυτές, τότε η Τουρκία θα έχει να χάσει πολλά από αυτή την αντιπαράθεση με τη Δύση. Το γεγονός ότι η διοίκηση Μπάιντεν ύψωσε τελικά ανάστημα, είναι ένα πρόβλημα το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει η ίδια η Άγκυρα η οποία υποστηρίζει ότι επιθυμεί σύσφιξη σχέσεων και συμφιλίωση με χώρες τις οποίες μέχρι πρόσφατα απειλούσε, υπογραμμίζεται στο δημοσίευμα.

Πηγή: liberal.gr

Tagged